Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2016
Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2016
«Ευθραυστότητα» Η έκθεση του Γιώργου Τσεριώνη στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πατρών
Διάρκεια έκθεσης: 17 Σεπτεμβρίου – 17 Νοεμβρίου 2016
Από τις 17
Σεπτεμβρίου και για δύο ολόκληρους μήνες ο εικαστικός Γιώργος Τσεριώνης, σε
συνεργασία με την Εφορεία Αρχαιοτήτων Αχαΐας, παρουσιάζει στο Αρχαιολογικό
Μουσείο Πατρών την έκθεσή του με τίτλο «Ευθραυστότητα». Τα έργα του, κεραμικά
γλυπτά, ψηφιακές εκτυπώσεις και εγκαταστάσεις στο χώρο, δημιουργήθηκαν ειδικά
για το Αρχαιολογικό Μουσείο (site specific), έτσι ώστε να συνυπάρχουν και να
συνομιλούν με τα αρχαιολογικά εκθέματα, μιας και τα έργα της «Ευθραυστότητας»
εκτίθενται σε όλες τις αίθουσες της μόνιμης συλλογής και είναι διασκορπισμένα ανάμεσα
στα εκθέματα.
Ο Γιάννης Μπόλης, Ιστορικός της
Τέχνης, Επιμελητής ΚΜΣΤ, γράφει για την «Ευθραυστότητα»: Στην
τέχνη του Γιώργου Τσεριώνη οι φανταστικές συλλήψεις με ρεαλιστικό υπόβαθρο, η
αποσπασματικότητα και το θραύσμα, η διαδικασία της αποδόμησης, της μετάπλασης
και της μεταμόρφωσης, καθώς και οι παράμετροι της μνήμης και του χρόνου, του βιώματος
και της ιστορίας διαδραματίζουν πρωταγωνιστικό και καίριο ρόλο, ενώ η
ευαισθησία συμβιώνει με τη σκληρότητα, το παρελθόν με το παρόν, το οικείο με το
ανοίκειο, το ιδιωτικό με το δημόσιο, το ατομικό με το συλλογικό, το ανατρεπτικό
πνεύμα, το χιούμορ και η ειρωνεία με την αιρετική, κάποιες φορές, διάθεση. Η
έννοια της ευθραυστότητας αποτελεί τον νοηματικό άξονα μιας μεγάλης ενότητας
της πρόσφατης δουλειάς του. Ως ευθραυστότητα ορίζεται «η ιδιότητα του
εύθραυστου» –ορισμός που καλύπτει ένα ευρύ φάσμα: ευθραυστότητα των υλικών και
των πραγμάτων, του σώματος, της ψυχής και των συναισθημάτων, της μνήμης, της
γνώσης και της επικοινωνίας, των φυσικών νόμων και της γης, των οικονομικών,
πολιτικών και κοινωνικών συστημάτων, των σχέσεων και των δεσμών σ’ όλες τις
εκφάνσεις της ζωής…
Οι συνθέσεις
του καταδεικνύουν τον εγκλωβισμό του ανθρώπου σ’ έναν σκληρό και αμφίβολο αγώνα
επιβίωσης με ορατό πάντοτε τον κίνδυνο της κατάρρευσής του σε μια τρομακτική
ερημιά, τους διχασμούς, τις δυσλειτουργίες και τις επίφοβες ισορροπίες τής
ύπαρξης, τα τραυματικά βιώματα και τις αγωνίες της· και, παράλληλα, καταγράφουν
τις πολύπλοκες και αντιφατικές όψεις ενός κατακερματισμένου, αλλοπρόσαλλου και
αποπροσανατολισμένου κόσμου, που έχει απολέσει τις σταθερές και τα σημεία
αναφοράς του, εξομολογούνται την ποιητικότητα της ανολοκλήρωτης προσπάθειας,
την ηθική του αδιεξόδου, τις στιγμές του λαβώματος και της πτώσης, τις
ακυρωμένες επιθυμίες και τις διαψευσμένες προσδοκίες, τις δυστοπικές όψεις του
παρόντος, τη διάψευση των ουτοπιών και, ενδεχομένως, την ανάδυση νέων.
Η χρήση
διαφορετικών εκφραστικών μέσων δεν λειτουργεί διασπαστικά αλλά, αντίθετα,
συντείνει στη συνολική ενότητα των μεμονωμένων έργων, υποβάλλοντας ένα,
προσεκτικά σκηνοθετημένο, εικαστικό περιβάλλον –υποβλητικό και αινιγματικά
γοητευτικό–, μια πολλαπλή καλλιτεχνική νοητική σύλληψη και κατασκευή, μια
ενιαία και ολοκληρωμένη πρόταση, πρόσφορη και μεστή σε συμβολικές συνδηλώσεις
και αναγνώσεις.
Οι συνθέσεις του –αντικείμενα, γλυπτά, κεραμικά, σχέδια, αρχειακό υλικό– εντάσσονται στο κέλυφος ενός αρχαιολογικού μουσείου, οργανωμένες με μουσειογραφική αντίληψη. Ο θεατής οδηγείται σε μια μη προκαθορισμένη περιήγηση, επιλέγοντας τις κινήσεις και τις στάσεις του, καλούμενος να αποκωδικοποιήσει τα αναπάντεχα εκθέματα, να βρει τους μυστικούς κώδικες και να αναζητήσει τις μεταξύ τους μυστικές συνδέσεις, τα ενοποιητικά στοιχεία, τις παραπομπές, τις προβολές και τους κοινούς τους τόπους, να τα επεξεργαστεί ως αρχαιολογικά ευρήματα-θραύσματα (σε άμεση γειτνίαση με τα γνήσια κατάλοιπα-θραύσματα), ως μαρτυρίες βιολογικής, πολιτισμικής και ανθρωπολογικής εξέλιξης, αντιπροσωπευτικά, πολύτιμα ή καθημερινά τεκμήρια του παρελθόντος, και τελικά ως αφηγήσεις σε ενεστώτα χρόνο, οι οποίες ανασυνθέτουν αποτυπώματα και χνάρια, διασώζουν και διαφυλάσσουν σπαράγματα ιστοριών, δράσεων και γεγονότων, ανθρώπινων συμπεριφορών και καταστάσεων. Η ιδέα μιας τέτοιας παρουσίασης –ένα «μουσείο» μέσα στις αίθουσες ενός άλλου μουσείου–, εκλαμβάνεται ως μια ετεροτοπία, ως μια οριακή αναπαράσταση, που πυροδοτεί την αλληγορική διάσταση και διευρύνει εννοιολογικά τη δυναμική της πρότασης. Οι εικόνες, αμφίσημες, αντισυμβατικές και επιδραστικές, εναλλάσσονται διαδεχόμενες η μία την άλλη, συνδιαλέγονται μεταξύ τους, προκαλούν ισχυρές εντυπώσεις, επιβάλλονται με ένταση και μεθοδεύουν οπτικές παγίδες, απευθύνουν και απευθύνονται, αξιώνονται κάτι περισσότερο από το προφανές, θέτουν ερωτήματα και παραμένουν εκκρεμείς επιδιώκοντας την ολοκλήρωσή τους μέσα από τη συμμετοχή, συναντούν τον αποδέκτη τους ενεργοποιώντας τους γνωστικούς μηχανισμούς και την αντιληπτική του ικανότητα, επιζητώντας και επιβάλλοντας τη συναισθηματική εμπλοκή του, προσκαλώντας και προκαλώντας τον να λάβει μέρος σε μια εμπειρία ερμητικά προσωπική και εξ ορισμού συλλογική.
Οι συνθέσεις του –αντικείμενα, γλυπτά, κεραμικά, σχέδια, αρχειακό υλικό– εντάσσονται στο κέλυφος ενός αρχαιολογικού μουσείου, οργανωμένες με μουσειογραφική αντίληψη. Ο θεατής οδηγείται σε μια μη προκαθορισμένη περιήγηση, επιλέγοντας τις κινήσεις και τις στάσεις του, καλούμενος να αποκωδικοποιήσει τα αναπάντεχα εκθέματα, να βρει τους μυστικούς κώδικες και να αναζητήσει τις μεταξύ τους μυστικές συνδέσεις, τα ενοποιητικά στοιχεία, τις παραπομπές, τις προβολές και τους κοινούς τους τόπους, να τα επεξεργαστεί ως αρχαιολογικά ευρήματα-θραύσματα (σε άμεση γειτνίαση με τα γνήσια κατάλοιπα-θραύσματα), ως μαρτυρίες βιολογικής, πολιτισμικής και ανθρωπολογικής εξέλιξης, αντιπροσωπευτικά, πολύτιμα ή καθημερινά τεκμήρια του παρελθόντος, και τελικά ως αφηγήσεις σε ενεστώτα χρόνο, οι οποίες ανασυνθέτουν αποτυπώματα και χνάρια, διασώζουν και διαφυλάσσουν σπαράγματα ιστοριών, δράσεων και γεγονότων, ανθρώπινων συμπεριφορών και καταστάσεων. Η ιδέα μιας τέτοιας παρουσίασης –ένα «μουσείο» μέσα στις αίθουσες ενός άλλου μουσείου–, εκλαμβάνεται ως μια ετεροτοπία, ως μια οριακή αναπαράσταση, που πυροδοτεί την αλληγορική διάσταση και διευρύνει εννοιολογικά τη δυναμική της πρότασης. Οι εικόνες, αμφίσημες, αντισυμβατικές και επιδραστικές, εναλλάσσονται διαδεχόμενες η μία την άλλη, συνδιαλέγονται μεταξύ τους, προκαλούν ισχυρές εντυπώσεις, επιβάλλονται με ένταση και μεθοδεύουν οπτικές παγίδες, απευθύνουν και απευθύνονται, αξιώνονται κάτι περισσότερο από το προφανές, θέτουν ερωτήματα και παραμένουν εκκρεμείς επιδιώκοντας την ολοκλήρωσή τους μέσα από τη συμμετοχή, συναντούν τον αποδέκτη τους ενεργοποιώντας τους γνωστικούς μηχανισμούς και την αντιληπτική του ικανότητα, επιζητώντας και επιβάλλοντας τη συναισθηματική εμπλοκή του, προσκαλώντας και προκαλώντας τον να λάβει μέρος σε μια εμπειρία ερμητικά προσωπική και εξ ορισμού συλλογική.
Στη σημερινή παράδοξη και δραματική συγκυρία της αστάθειας, της ρευστότητας και της μετάβασης, σε μια περίοδο αναπροσδιορισμού και κρίσης, αμφισβήτησης των ιδεολογιών και των συστημάτων, κοινωνικής αναταραχής, απάνθρωπων πρακτικών, εφιαλτικής αποξένωσης και απειλητικής αβεβαιότητας, η πρόταση του Γιώργου Τσεριώνη προσφέρει εναλλακτικούς τρόπους θέασης, κριτικού αναστοχασμού και θεώρησης της προβληματικής γύρω από τη σύγχρονη συνθήκη, επικεντρώνεται και επενδύει στις αξίες μιας τέχνης που αναφέρεται στη ζωή και στον άνθρωπο, σε θέματα που τον απασχολούν στην καθημερινότητά του και απομονώνουν στιγμές της συνάντησης και της επαφής του με τον «άλλο»· μιας τέχνης που εκπορεύεται από την πραγματικότητα, δηλώνεται όμως μέσα από υπερβατικές προσεγγίσεις, προθέσεις και αναζητήσεις φιλοσοφικού περιεχομένου· μιας τέχνης που εκκινεί και επενδύει στην ευθραυστότητα όχι ως αδυναμία αλλά ως δύναμη δημιουργίας και αυτογνωσίας, συνοχής και ανθρωπισμού, εγείροντας ζητήματα υπαρξιακής και οντολογικής φύσεως. Ίχνη πορείας, διαδρομές στον χώρο και τον χρόνο, απροσδόκητες συζεύξεις: ο δημιουργός μας εισάγει σ’ ένα φανταστικό, όσο και επίκαιρα πραγματικό, μουσείο των «θρυμματισμένων καιρών», επαναδιαπραγματεύεται και προσανατολίζεται στις έννοιες της συνύπαρξης και της ετερότητας, έρχεται να δοκιμάσει τις αντοχές και τους φόβους, τις ανησυχίες και τις αγωνίες μας, να μας προειδοποιήσει, και, ταυτόχρονα, να μας προστατέψει, να μας εμψυχώσει και να μας παρακινήσει σε νέες δομές αλληλεγγύης, διαχείρισης και αντίστασης.
Κείμενα για
την «Ευθραυστότητα» παίρνοντας το ερέθισμα από τη συγκεκριμένη έκθεση, αλλά
δίνοντας τη δική τους ματιά στην έννοια της ευθραυστότητας, έγραψαν και
φιλοξενούνται στο site www.fragility.gr, που σχεδιάστηκε ειδικά για την έκθεση από τους BUSYBUILDING, οι: Γιάννης Μπόλης, Γιάννης Μόσχος, Άννα Μυκονιάτη, Αποστόλης Αρτινός,
Κυριάκος Χατζημιχαηλίδης, Ξενοφών Παπαευθυμίου και Αλεξάνδρα Παναγοπούλου.
Ιστορικός της Τέχνης, Επιμελητής Κρατικού Μουσείου
Σύγχρονης Τέχνης
Επιμέλεια έκθεσης:
Λιάνα Ζωζά, Γιάννης Μπόλης
Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2016
Ευανθία Ρεμπούτσικα -Μια παλέτα μουσικώνχρωμάτων...
Βασιλική Πλέσσια
ΦοιτήτριαΔιεθνών και ΕυρωπαικώνΣπουδών
Είναι η μορφή μιας γυναίκας με κόκκινα μαλλιά παρέα με το κόκκινο βιολί της, η οποία «γεμίζει» τη σκηνή καλώντας το κοινό να μοιραστεί μαζί της το συναίσθημα, τη λησμονιά, να θαυμάσει τα χρώματα του μουσικού της καμβά και να απολαύσει τις μελωδίες της ίδιας της ζωής. Είναι η Ευανθία Ρεμπούτσικα, μία από τις πιο σημαντικές Ελληνίδες συνθέτριες με σπουδαία καριέρα και διακρίσεις στο εξωτερικό, η οποία μάλιστα κατάγεται από την Κάτω Αχαΐα.
Η Ευανθία
Ρεμπούτσικα, γεννημένη το Νοέμβριο του 1958, είναι το τρίτο από τα τέσσερα
παιδιά της οικογένειας Ρεμπούτσικα. Ο πατέρας της ήταν ιδιοκτήτης του
κινηματογράφου REX, κάτι που της έδωσε τη δυνατότητα να «γεννηθεί» μέσα στον
κινηματογράφο, αφού πέρα από το γεγονός ότι οι πόνοι στη μητέρα της για τη
γέννησή της ξεκίνησαν στην αίθουσα του κινηματογράφου, η Ευανθία από μικρή
έλαβε κινηματογραφικά μουσικά ερεθίσματα. Έχοντας ήδη ξεκινήσει μαθήματα
βιολιού στο Πατραϊκό Ωδείο, στα 8 της χρόνια σχηματίζει με τα αδέρφια της το
''Κουαρτέτο Αδερφών Ρεμπούτσικα'', που περιοδεύει σε Ελλάδα και εξωτερικό.
Από το
1970 συνεργάζεται με έλληνες συνθέτες και ερμηνευτές ενώ παράλληλα σπουδάζει
στο Ωδείο Αθηνών και στο Ελληνικό Ωδείο, με καθηγητές τον Τάτση Αποστολίδη και
τον Στέλιο Καφαντάρη, αντίστοιχα. Ακολουθούν σπουδές μέχρι το 1979 στην ''Ecole
Normale de la Musique'', στο Παρίσι, όπου γνωρίζει το σύζυγό της, τον συνθέτη
Παναγιώτη Καλαντζόπουλο, με τον οποίο έχει αποκτήσει δύο παιδιά. Λίγο αργότερα
συνεργάζεται με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Τρίτου Προγράμματος και τη Σύγχρονη
Ορχήστρα της ΕΡΤ, με την οποία περιοδεύει κατά την παρουσίαση του «Άξιον Εστί»
με τον Μίκη Θεοδωράκη. Στις
αρχές της δεκαετίας του '80 συμμετέχει στο «Μουσικό Αύγουστο», που είχε
επιμεληθεί ο Μάνος Χατζιδάκις.
Το 1992
κάνει τα πρώτα της βήματα στη δισκογραφία μαζί με τον Παναγιώτη Καλαντζόπουλο
στο δίσκο «Στη λίμνη με τις παπαρούνες», στον οποίο ερμηνεύει η Κρίστη
Στασινοπούλου. Ακολουθούν τρεις δίσκοι (1996-2000) σε φωνή του νέου τότε
ερμηνευτή Γιάννη Κότσιρα, με τίτλους «Αθώος Ένοχος» (στη σύνθεση με τον
Παναγιώτη Καλαντζόπουλο και σε στίχους του Άρη Δαβαράκη), «Μόνο ένα φιλί» (πλατινένιος,
σε στίχους Ελένης Ζιώγα) και τέλος «Είναι η δική μας η ζωή μας» (σε στίχους
πάλι Άρη Δαβαράκη).
Ακολουθούν
συνθέσεις για τηλεοπτικές σειρές (1993-2001), όπως «Αθήνα-Θεσσαλονίκη» του Χρήστου Παληγιαννόπουλου (1997), με
συμμετοχή της Νανάς Μούσχουρη. Στη συνέχεια, η συνθέτρια παρουσιάζει δύο
σημαντικούς προσωπικούς δίσκους με τίτλους «Το αστέρι και η Ευχή» και «Μικρές
Ιστορίες». Στους δίσκους αυτούς συμμετέχουν στον πρώτο η Caroline Lavelle σε
μια μάλιστα ξενόγλωσση ερμηνεία της «Αλεξάνδρειας» και στο δεύτερο η Έλλη
Πασπαλά, η Ελευθερία Αρβανιτάκη και οι υψίφωνοι Σόνια Θεοδωρίδου και Μαριάννα
Ριγάκη.
Το 2003
αποτελεί σταθμό για την καλλιτέχνη, καθώς πέρα από το γεγονός πως οι
εκπληκτικές συνθέσεις της για την «Πολίτικη Κουζίνα» του Τάσου Μπουλμέτη θα της
χαρίσουν το Βραβείο ''Καλύτερης Μουσικής'' στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και διεθνή
αναγνωσιμότητα, της ανοίγεται κι ο δρόμος για κινηματογραφικές συνθέσεις,
ιδιαίτερα στην Τουρκία.
Το 2004
συνεχίζεται, μετά από την «Πολίτικη Κουζίνα», η συνεργασία της με τη Νατάσα
Θεοδωρίδου στο λαϊκό δίσκο «Έρωτα, δεν ξέρεις να αγαπάς» σε ποίηση του Μιχάλη
Γκανά, ενώ παράλληλα κυκλοφορεί η «Φωνή Αιγαίου» με τον ίδιο στιχουργό για την
ομώνυμη ταινία-ντοκιμαντέρ της Λυδίας Καρρά, με ερμηνείες της Έλλης Πασπαλά.
Tο 2006
η συνθέτρια βραβεύεται για τις συνθέσεις της στην ταινία του Τσαργάν Ιρμάκ
''Babam ve oglum'' («Ο πατέρας και ο γιος μου») ως «Παγκόσμια Ανακάλυψη
Σάουντρακ» στα Παγκόσμια Βραβεία Κινηματογραφικής Μουσικής, της Διεθνούς
Ακαδημίας του Βελγίου και
ως «Σάουντρακ της Χρονιάς» από το Radyo Boğaziçi Müzik Ödülleri.
«Ο χορός των Άστρων», το 2007 αποτελεί
έναν ακόμα δίσκο σε συνεργασία με την Έλλη Πασπαλά και τη στιχουργό Ελένη
Ζιώγα, ενώ το 2008 ακολουθεί η μουσική για την ταινία ''Ulak''.
Μετά από τις συνθέσεις για ντοκιμαντέρ
και για θεατρικές παραστάσεις (2009-2010), σε χαλεπούς καιρούς για τη χώρα το
2012 συνεργάζεται με την παλιά της φίλη και θαυμάστρια της, κυρίως για την
«Αλεξάνδρεια», την Άλκηστη Πρωτοψάλτη και κυκλοφορούν το δίσκο «Για πού τραβάς
ελπίδα». Το ίδιο έτος βραβεύεται με το Πρώτο Βραβείο Μουσικής στο φεστιβάλ
Ελληνικού Κινηματογράφου Λονδίνου για την ταινία «Γράμματα χωρίς παραλήπτη» και
με το Χρυσό Λέοντα Αλεξανδρείας για την προσφορά της στον πολιτισμό.
Το 2014 συνεχίζεται η δυναμική της
παρουσία ως συνθέτρια για θεατρικές παραστάσεις, όπως ο δίσκος για το «Τρίτο
Στεφάνι» ή και αυτή του «Σιρανό Ντε Μπερζεράκ», σε σκηνοθεσία του Γιάννη Κακλέα,
αλλά και η παρουσία της στον κινηματογράφο με την ταινία Birleşen Gönüller.
Αξιοσημείωτος είναι το ίδιο έτος ο προσωπικός της δίσκος για μικρά και μεγάλα παιδιά
με τίτλο «Τί λέει η αλεπού», σε στίχους Ελένης Ζιώγα, εμπνευσμένος από τους
μύθους του Αισώπου.
Το 2015 συνθέτει
μουσική για την ταινία ''Nadide Hayat'', ενώ είχε προηγηθεί μία δεύτερη της
συνεργασία με τον Τάσο Μπουλμέτη, για την ταινία «Νοτιάς». Οι δεκαέξι αυτές
συνθέσεις για την ταινία έχουν άρωμα των δεκαετιών 60', 70' και 80', και η
καλλιτέχνης συνθέτει από αργεντίνικο τάνγκο μέχρι και χασάπικο, όπως το
«Νοτιάς», το οποίο ερμηνεύει ο Γιώργος Μαργαρίτης.
Το 2016 συνθέτει
για την κινηματογραφική ταινία İftarlık Gazoz, σε σκηνοθεσία Yüksel Aksu.
Τέλος, η συνθέτης είναι συνιδρυτής, με τον Παναγιώτη Καλαντζόπουλο της εταιρίας
έκδοσης βιβλίων και δίσκων με το όνομα ''Cantini''.
Ευανθία
Ρεμπούτσικα…Το πρόσωπο
Σαν μια
παλέτα μουσικών χρωμάτων θα χαρακτηρίζαμε τη μουσική της Ευανθίας Ρεμπούτσικα,
καθώς εκείνη χρωματίζει με τις αισθαντικές της μελωδίες εικόνες της
καθημερινότητας και αφηγείται τις ιστορίες της ζωής.
Θα
λέγαμε πως η Ευανθία μιλάει με την αλήθεια, λέει την αλήθεια μέσω της μουσικής
της. Οι συνθέσεις της είναι τα ίδια της τα βιώματα, είναι οι δικές της
ιστορίες, είναι αυθόρμητες σκέψεις και συναισθήματα, είναι εν τέλει η άμυνα της
απέναντι στον πόνο και στις δυσκολίες της ζωής. Πραγματικά, ο ακροατής με
συνδυασμό την έντονη σκηνική της παρουσία, καθηλώνεται, νιώθει την αμεσότητα
και ανταποκρίνεται στο κάλεσμα. Ταξιδεύει σε άλλους τόπους, βαδίζει στα
μονοπάτια της ενθύμησης παρέα με τα αρώματα και τις γεύσεις του μπαχαριού και
της κανέλλας.
Αν
και η καριέρα της είναι πραγματικά σαν μια επιτυχημένη ταινία, η συνθέτρια δεν
τυφλώνεται από τη δόξα, κάνει την αυτοκριτική της και παρέα με το βιολί της υπηρετεί
την τέχνη της βρίσκοντας και τον ίδιο της τον εαυτό.
'Έτσι,
λοιπόν, κόντρα στον καιρό αποδεικνύεται πως τελικά υπάρχουν αληθινοί εραστές
της τέχνης και αληθινοί καλλιτέχνες, που μπορούν άξια να αποτελέσουν
παραδείγματα προς μίμηση.
Ευανθία
Ρεμπούτσικα… Το κάλεσμα
Κλείνοντας
και έχοντας πάντοτε στο μυαλό μας μελωδίες έντονων συναισθημάτων και ενθύμησης,
όπως αυτή του «Σινέ Ρέξ» και του «Σταθμού», ας «Βάλουμε πλώρη για αυτά που
ονειρευτήκαμε, για το αύριο προς ολοταχώς», ας ανταποκριθούμε στο «Χορό των
Άστρων» και ας «Χαράξει διαδρομές η φαντασία μας»... εξάλλου «Ποιός χειμώνας το
απαγόρευσε» ή και μπορεί, θα προσθέταμε, τελικά να μας το απαγορεύσει!
«Το ένα μου λιμάνι είναι δυτικό, το άλλο το παλιό
ανατολικό». Η μουσική της Ευανθίας Ρεμπούτσικα είναι όντως όπως το λιμάνι της
Αλεξάνδρειας. Η συνθέτρια έχει όντως δύο «λιμάνια», αφού παντρεύει την Ανατολή
με τη Δύση και καταφέρνει να ισορροπεί βρίσκοντας την ελληνικότητα ανάμεσα στα
δύο αυτά σημεία του ορίζοντα και κατ' επέκταση στα δύο αυτά
μουσικά ρεύματα. Το πάντρεμα αυτό γίνεται με καθαρότητα και αυθεντικότητα, σαν
τον καθαρό και αυθεντικό ουρανό της Αλεξάνδρειας...
Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2016
editorial #5
Η φωτογραφία
του εξώφυλλου στο νέο μας τεύχος, αποτυπώνει έναν ξεφτισμένο τοίχο.
Στις
δύσκολες και αβέβαιες εποχές που διανύουμε, ίσως αυτό
που έχει μεγαλύτερη αξία είναι να μην ξεφτίσουμε μέσα μας.
Να σταθούμε
όρθιοι σαν λαός και σαν χώρα.
Να
ανακαλύψουμε αυτό που μπορεί να μας πάει παρακάτω
και γι’ αυτό προϋπόθεση είναι να επανεκκινήσουμε όλον εκείνο τον πλούτο, που υπάρχει κρυμμένος πολλές φορές γύρω μας.
Ανθρώπους, ιδέες, σκέψεις.
Από το ατομικό στο συλλογικό,
να λύσουμε τα δύσκολα αινίγματα της εποχής,
να νικήσουμε
την απόγνωση της κρίσης, χωρίς πισωγυρίσματα, αποκλεισμούς και βεβαιότητες.
Ίσως τότε βρούμε τη γνώση, τη θέληση και την επιμονή για να βγούμε στο ξέφωτο.
Σε όλους
εκείνους, λοιπόν, που ελπίζουν μέσα από τις
συλλογικότητες του τόπου μας να βαδίσουν έναν άλλο δρόμο,
αφιερώνουμε και το νέο μας τεύχος.
Μπορείτε να το διαβάσετε στην οθόνη του υπολογιστή σας ακολουθώντας το σύνδεσμο:
https://issuu.com/politeiamag/docs/politeia_5
αλλά και να το αποθηκεύσετε σε μορφή PDF,αφού το κατεβάσετε από εδώ:
αλλά και να το αποθηκεύσετε σε μορφή PDF,αφού το κατεβάσετε από εδώ:
Καλή σας ανάγνωση!
ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ "ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ"
Δευτέρα 8 Αυγούστου 2016
ΕΠΙΘΕΤΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΟΔΗΓΗΣΗ
Κωνσταντίνος Ντεντόπουλος
Εκπαιδευτής Υποψηφίων Οδηγών
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της Goodyear η συμπεριφορά των οδηγών στο δρόμο έχει πολλαπλασιαστικό χαρακτήρα.
Στην έρευνα που συμμετείχαν περισσότεροι από 9.000 οδηγοί 15 Ευρωπαϊκών χωρών, το 87% των οδηγών παραδέχτηκε, ότι η προσεκτική και φιλική οδήγηση από άλλους οδηγούς, είναι εκείνη που τους προτρέπει να οδηγήσουν με τον ίδιο τρόπο για το υπόλοιπο της διαδρομής τους.
Το 55% των συμμετεχόντων δήλωσε πως, όταν κάποιος οδηγός τους προκαλέσει ή τους εκνευρίσει στο δρόμο, είναι πολύ πιθανό να «ξεσπάσουν» σε κάποιον άλλον οδηγό αργότερα.
Όπως όλα δείχνουν μια απλή κίνηση ευγένειας ή επιθετικότητας μπορεί να είναι η αρχή μίας αλυσίδας γεγονότων, που είτε δημιουργούν άνετες και ασφαλείς συνθήκες στο δρόμο είτε προκαλούν άγχος και κινδύνους. Καθώς άλλες έρευνες για την οδική ασφάλεια έχουν επικεντρωθεί στην αναγνώριση των συγκεκριμένων εκείνων οδηγών που είναι επιρρεπείς στο να εκδηλώνουν επικίνδυνη συμπεριφορά, αυτή η έρευνα τονίζει ότι η συμπεριφορά των άλλων οδηγών μπορεί να κάνει τους περισσότερους οδηγούς να οδηγούν επικίνδυνα ακόμα κι αν δεν είναι επιρρεπείς. Υπάρχουν λίγοι αλλά πολύ δυνατοί τρόποι για να δείξει κάποιος την ευγένειά του στο δρόμο, όπως για παράδειγμα να παραχωρεί προτεραιότητα σε συνθήκες κίνησης να λέει ευχαριστώ όταν άλλοι κάνουν το ίδιο για εκείνον, καθώς και να ζητά συγνώμη όταν προκαλεί κάποιο πρόβλημα.
Όλα αυτά προάγουν τη φιλική οδήγηση και δημιουργούν πιο θετική οδηγική συμπεριφορά που μας ωφελεί όλους.
Εκπαιδευτής Υποψηφίων Οδηγών
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της Goodyear η συμπεριφορά των οδηγών στο δρόμο έχει πολλαπλασιαστικό χαρακτήρα.
Στην έρευνα που συμμετείχαν περισσότεροι από 9.000 οδηγοί 15 Ευρωπαϊκών χωρών, το 87% των οδηγών παραδέχτηκε, ότι η προσεκτική και φιλική οδήγηση από άλλους οδηγούς, είναι εκείνη που τους προτρέπει να οδηγήσουν με τον ίδιο τρόπο για το υπόλοιπο της διαδρομής τους.
Το 55% των συμμετεχόντων δήλωσε πως, όταν κάποιος οδηγός τους προκαλέσει ή τους εκνευρίσει στο δρόμο, είναι πολύ πιθανό να «ξεσπάσουν» σε κάποιον άλλον οδηγό αργότερα.
Όπως όλα δείχνουν μια απλή κίνηση ευγένειας ή επιθετικότητας μπορεί να είναι η αρχή μίας αλυσίδας γεγονότων, που είτε δημιουργούν άνετες και ασφαλείς συνθήκες στο δρόμο είτε προκαλούν άγχος και κινδύνους. Καθώς άλλες έρευνες για την οδική ασφάλεια έχουν επικεντρωθεί στην αναγνώριση των συγκεκριμένων εκείνων οδηγών που είναι επιρρεπείς στο να εκδηλώνουν επικίνδυνη συμπεριφορά, αυτή η έρευνα τονίζει ότι η συμπεριφορά των άλλων οδηγών μπορεί να κάνει τους περισσότερους οδηγούς να οδηγούν επικίνδυνα ακόμα κι αν δεν είναι επιρρεπείς. Υπάρχουν λίγοι αλλά πολύ δυνατοί τρόποι για να δείξει κάποιος την ευγένειά του στο δρόμο, όπως για παράδειγμα να παραχωρεί προτεραιότητα σε συνθήκες κίνησης να λέει ευχαριστώ όταν άλλοι κάνουν το ίδιο για εκείνον, καθώς και να ζητά συγνώμη όταν προκαλεί κάποιο πρόβλημα.
Όλα αυτά προάγουν τη φιλική οδήγηση και δημιουργούν πιο θετική οδηγική συμπεριφορά που μας ωφελεί όλους.
Τρίτη 2 Αυγούστου 2016
Περί της αποδόμησης της Ελληνικής Ιστορίας
Τα τελευταία χρόνια έχει ξεκινήσει ένας διάλογος με πλευρές της Ελληνικής Ιστορίας.
Το περιοδικό μας μέσα από τις στήλες του φιλοδοξεί να φιλοξενήσει αυτό τον διάλογο και τις απόψεις που αναπτύσσονται. Ξεκινώντας από αυτό το τεύχος όπου φιλοξενούμε το άρθρο του φιλόλογου Αθανάσιου Χαλαζιά.
Αθανάσιος Χαλαζιάς
Φιλόλογος
«Σβήνοντας ένα κομμάτι από το
παρελθόν, σβήνει κανείς κι ένα αντίστοιχο κομμάτι από το μέλλον και είναι
θλιβερή η ζωή που μοιάζει με ακατοίκητο σπίτι» έλεγε εύστοχα ο Σεφέρης. Πράγματι η
φράση αυτή παραμένει επίκαιρη ιδίως στη σημερινή εποχή της καταναλωτικής
κοινωνίας και της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. Κι αυτό γιατί προκειμένου
ένας λαός να εξανδραποδισθεί και να γίνει υποχείριο και των ισχυρών, πρέπει πρώτα να υποστεί σημαντική
φθορά η μνήμη του, να ξεχαστεί το παρελθόν του, καθώς η ιστορία αποτελεί μία
μορφή κοινωνικής και εθνικής συνείδησης.
Είναι φανερό ότι
σήμερα, η σημαντικότερη ίσως περίοδος για τους νεοέλληνες, η Επανάσταση του '21
παραποιείται συστηματικά, αλλοιώνεται, αποδομείται από κάποιους νεόκοπους,
δήθεν «προοδευτικούς» ιστορικούς, των οποίων η αξιοπιστία και επιστημονική
επάρκεια είναι αμφισβητούμενη. Πρόκειται για μια κατηγορία ιστορικών οι οποίοι,
όπως ισχυρίζονται, επιχειρούν να ξαναγράψουν την ιστορία χρησιμοποιώντας, όμως,
μεμονωμένα στοιχεία και περιστασιακά γεγονότα. Εκμεταλλευόμενοι μάλιστα την
πατέντα της «πολιτικής ορθότητας» προσπαθούν να κάμψουν τις αντιστάσεις που
υπάρχουν, ταυτίζοντας τον πατριωτισμό και το σεβασμό στην ιστορική μνήμη με τον
εθνικισμό, το ρατσισμό, το φασισμό.
Δυστυχώς, αυτή η ομάδα
ιστορικών κυριαρχεί στα πανεπιστήμια, στα ΜΜΕ, σε οργανώσεις, μέσα στα ίδια τα
κόμματα, στο ΕΛΙΑΜΕΠ (Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής), στο
Παιδαγωγικό Ινστιτούτο και φυσικά στο ίδιο το Υπουργείο Παιδείας. Αυτοί είναι,
λοιπόν, οι «ιστορικοί» που γράφουν τα σχολικά βιβλία και τα διάφορα
πανεπιστημιακά εγχειρίδια επιχειρώντας την αναπαραγωγή αυτών των αντιλήψεων.
Έτσι μαθαίνουμε, ότι οι Έλληνες καλοπερνούσαν επί Τουρκοκρατίας, ότι οι
Σουλιώτισσες κατακρημνίσθηκαν στο Ζάλογγο απωθούμενες από τους οπισθοχωρούντες
Σουλιώτες, ότι δεν υπήρξε Κρυφό Σχολειό, ότι η γέννηση του ελληνικού έθνους
συμπίπτει με την ίδρυση του ελληνικού κράτους και άλλα πολλά ψευδή και παράδοξα.
Εύλογα αναρωτιέται
κανείς γιατί άραγε επιλέγεται η νεότερη ιστορία και ιδίως η Ελληνική Επανάσταση
του 1821, και τί επιδιώκουν οι παραχαράκτες της. Προφανώς, η επιλογή αυτής της
περιόδου της Νεότερης Ιστορίας δεν είναι τυχαία. Αποτελεί ευκαιρία να θεμελιώσουν
τα σαθρά ιδεολογήματά τους και να προωθήσουν τις θεωρίες τους.
Η Επανάσταση του ’21
αποτελεί κομμάτι της πρόσφατης ιστορίας του ελληνικού έθνους και συνεπώς είναι
αυτή που καθόρισε με την έκβασή της την πορεία του. Αυτό δεν είναι καθόλου
ασήμαντο αν σκεφτούμε ότι το ελληνικό κράτος ως χωροθετημένη και διοικούμενη
οντότητα, ύστερα από 400 χρόνια σκλαβιάς, χρονολογείται από το 1830, αρκετά
δηλαδή νέο συγκριτικά με άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Αυθαίρετα, λοιπόν, η γένεση του
ελληνικού έθνους και της εθνικής ταυτότητας ταυτίζεται από τους αποδομητές με
την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Δεν μας λένε, όμως, ότι η έννοια του έθνους
στην περίπτωσή μας δεν είναι αστικογενής, δεν προήλθε δηλαδή έπειτα από τη
νομοτελειακή συγκρότηση μιας αστικής τάξης που δημιούργησε το έθνος-κράτος.
Αντίθετα, θεμελιώνεται, όπως αναφέρει ο Ν. Σβορώνος, σε στοιχεία πολιτιστικά που ανάγονται στην
κλασική αρχαιότητα και στο Βυζάντιο, στη συνεχή και αδιάλειπτη χρήση της ελληνικής
γλώσσας, σε κοινά έθιμα και παραδόσεις.
Επιπλέον, εσκεμμένα
παραγνωρίζεται ο ρόλος της εκκλησίας, η οποία συνέβαλε στη διατήρηση των
πολιτισμικών στοιχείων του ελληνισμού και της γλώσσας, ενώ η δράση της
συμβαδίζει με τον ένοπλο αγώνα μιας και δεν ήταν λίγοι οι εκπρόσωποί της, οι
οποίοι πήραν τα όπλα και βγήκαν στα βουνά. Μύθος το Κρυφό Σχολειό, ενώ υπάρχει
πληθώρα πρωτότυπων ιστορικών πηγών, καθώς και γραπτές μαρτυρίες αμερόληπτων
ιστορικών και ξένων περιηγητών της εποχής, σύμφωνα με τις οποίες η παιδεία των
υπόδουλων πράγματι διώκονταν.
Εν ολίγοις, προσπαθούν
οι αποδομητές να αποδείξουν, ότι το ελληνικό έθνος είναι ένας κατασκευασμένος
μύθος, ο οποίος καλλιεργεί μία ψευδή εικόνα του Έλληνα για τον εαυτό του, που
τον εμποδίζει να εκσυγχρονιστεί και να αντιληφθεί την είσοδο της ανθρωπότητας
στη νέα εποχή της παγκοσμιοποίησης, της υπέρβασης συνόρων, εθνικών συμφερόντων,
πολιτισμικών και ιστορικο-κοινωνικών ιδιαιτεροτήτων, νοοτροπίας και αξιών. Και
είναι ιδιαίτερα λυπηρό το γεγονός, ότι τέτοιες απόψεις βρίσκουν πρόσφορο έδαφος
σε μερίδα ατόμων οι οποίοι, μέσω της αποκοπής της κοινωνίας από το παρελθόν
της, νομιμοποιούν τον ατομισμό τους, προτάσσουν το ιδιωτικό τους συμφέρον
έναντι του γενικού, κάνουν καριέρα ακαδημαϊκή ή πολιτική ως υποχείρια ξένων
συμφερόντων. Ο στόχος των αποδομητών, λοιπόν, είναι να εκλείψει το αίσθημα της
εθνικής υπερηφάνειας του λαού μας, να υπονομεύσουν το εθνικό του φρόνημα και
τον αντιστασιακό του χαρακτήρα, που διαπερνά ολόκληρη την ιστορική του υπόσταση
και φυσιογνωμία και που επέτρεψε στο λαό αυτό να επιζήσει στη διαδρομή των
αιώνων. Ξεχνούν, όμως, αυτοί οι δήθεν προοδευτικοί ότι έτσι επιτρέπουν σε
ναζιστικά μορφώματα, τα οποία υποτίθεται ότι τα αντιμάχονται, να καπηλεύονται
την Ιστορία, να παρουσιάζονται ως θεματοφύλακες της ιστορικής κληρονομιάς και
των ελληνικών παραδόσεων. Προφανώς η ρήση του Σολωμού ότι «το Έθνος πρέπει να
μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές» αγνοείται σκοπίμως.
Κι αν
υποθέσουμε ότι η αποδομητική σχολή έχει δίκιο σε όσα υποστηρίζει, τότε πώς και
γιατί έγινε η Επανάσταση;
Την
απάντηση δίνει ο Τοκβίλ, ο γάλλος θεωρητικός του 19ου αιώνα: «Οι επαναστάσεις
δεν δημιουργούνται εκ του μηδενός». Και φυσικά δεν γίνονται κατ’ αγνώστων, όπως άφησε να εννοηθεί ο υπουργός
Παιδείας. Τα καταπιεσμένα για 400 χρόνια αγροτικά στρώματα, με
πρωτοβουλία ενός αστικού στρώματος επηρεασμένου από τις ιδέες του Διαφωτισμού,
ξεσηκώθηκαν εναντίον του κατακτητή. Η εθνική συνείδηση και οι άθλιες
κοινωνικοοικονομικές συνθήκες ήταν κύριοι παράγοντες που οδήγησαν προς αυτή την
κατεύθυνση. Επομένως, υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες, και απ’ ότι φαίνεται οι
Έλληνες δεν καλοπερνούσαν επί Τουρκοκρατίας, όπως ισχυρίζεται η Ρεπούση.
Το γεγονός
της Επανάστασης βρήκε ιδιαίτερη απήχηση σε λαϊκούς στρατιωτικούς ηγέτες, οι
οποίοι ουδέποτε συμβιβάστηκαν με την τουρκική εξουσία και μάλιστα πολλοί από
αυτούς -όπως ο Κολοκοτρώνης, ο Ανδρούτσος κ.ά.- προέρχονταν από κλέφτικη γενιά.
Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι η λαϊκή μούσα ύμνησε τη δράση των Κλεφτών, τις
θυσίες και τον αγώνα για ελευθερία. Και ακόμα, καθόλου τυχαίο δεν είναι το
γεγονός ότι τα τραγούδια αυτά πέρασαν από γενιά σε γενιά και τραγουδιούνται και
χορεύονται ως τις μέρες μας. Βεβαίως, τα δημοτικά τραγούδια αγνοούνται παντελώς
από τους αποδομητές πολύ απλά, γιατί εκφράζουν επακριβώς το λαϊκό αίσθημα και
είναι γέννημα του ίδιου του λαού.
Η ιστορία,
λοιπόν, του ελληνικού λαού είναι συνυφασμένη με τους αγώνες για την ελευθερία
και αυτό το αγωνιστικό φρόνημα, ο αντιστασιακός χαρακτήρας που διέπει ολόκληρη
τη Νεοελληνική Ιστορία σύμφωνα με τον Νίκο Σβορώνο, μπόλιασε τις επόμενες
γενιές και έγινε βίωμα με τους μετέπειτα αγώνες, με το έπος του '40 και την
Εθνική Αντίσταση. Δυστυχώς, κάποιοι, δύσκολα θα μπουν στην ψυχή αυτού του λαού
και θα παραμείνουν υπηρέτες του συστήματος, δέσμιοι των ιδεοληψιών τους και
μάλλον δεν θα καταλάβουν ποτέ την υπέρτατη θυσία των κατά Θ. Πάγκαλο
«αντιπαραγωγικών», του Σιαλμά, του Ηλιάκη, και όλων όσων έπεσαν για την
πατρίδα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)










