Σάββατο 6 Μαΐου 2017

Η τραγωδία του 12ου Συντάγματος της Πάτρας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Του ιστορικού Βασίλη Κ. Λάζαρη

Θα προσπαθήσω να προβάλω ένα γεγονός, ελάχιστα ίσως γνωστό, που διαδραματίστηκε στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και αφορά το 12ο Σύνταγμα της Πάτρας. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στην εξέγερση ενός μεγάλου τμήματος του συντάγματος αυτού και στην άρνησή του να εξακολουθήσει να μάχεται υπερασπιζόμενο τα συμφέροντα των ιμπεριαλιστών της Αντάντ – σε ένα ανοργάνωτο ωστόσο εγχείρημα, που είχε τραγική εξέλιξη.

Όπως είναι γνωστό, την 1η Αυγούστου του 1914 άρχισε η πολύνεκρη στρατιωτική αναμέτρηση ανάμεσα στη Συμμαχία των Κεντρικών δυνάμεων, με επικεφαλής την στρατοκρατική Γερμανία, και στην Τριπλή Συνεννόηση, με προεξάρχοντα τον αγγλογαλλικό παράγοντα. Δε επρόκειτο δε για κάποια από τις συνηθισμένες πολεμικές συγκρούσεις εκείνης της εποχής, αλλά για ένα γεγονός με κοσμογονικές συνέπειες – όπως άλλωστε είχε επισημάνει τότε ο πατραϊκός «Νεολόγος», ο οποίος υπογράμμιζε ανάμεσα σε άλλα και τα εξής προφητικά σε σχετικό άρθρο του:

«Ότι ο φρικαλέος πόλεμος, οιαδήποτε και αν θα είναι η έκβασίς του, υπάρχει φόβος να παρακολουθηθεί υπό λαϊκών εξεγέρσεων, συνταρακτικών τού παντός, μόνον ίσως οι εργάται της τρομεράς τραγωδίας δεν το προϋπελόγισαν. Αλλά οι μελετώντες βαθύτερον τα πράγματα της Ευρώπης από της κοινωνικής και πολιτικής αυτών απόψεως, οι γιγνώσκοντες, ότι οι λαοί διέρχονται περίοδον οξυτάτης δυσφορίας και υπερτάτου ηθικού καμάτου, αυτοί εκφράζουσι σοβαρούς φόβους, ότι ο αγών δεν θα τερματισθή είτε διά της νίκης της Τριπλής Συμμαχίας είτε δι’ εκείνης της Τριπλής Συνεννοήσεως και ότι απλώς θα μετατοπισθή επί του εσωτερικού επιπέδου ουχί μόνον των ηττημένων αλλά και των νικητών».[1]

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος βρήκε την Ελλάδα ουσιαστικά διχασμένη εξαιτίας της αντίθεσης, που είχε αρχίσει να εκφράζεται με ιδιαίτερα έντονο τρόπο ανάμεσα στον αστισμό και στην ολιγαρχία – μιας αντίθεσης, που προβαλλόταν με τις δραστηριότητες των κοινωνικών εκείνων δυνάμεων, επικεφαλής των οποίων είχαν αντίστοιχα τεθεί ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Κωνσταντίνος Γλύξμπουργκ μαζί με τον Δημήτριο Γούναρη και τους πολιτικούς φίλους του. Ο ελληνικός αστισμός επιζητούσε ήδη την προσαρμογή των ελληνικών πραγμάτων στις νέες γενικότερες συνθήκες, γεγονός που επέβαλλε ορισμένες ανανεώσεις, ενώ η ολιγαρχία επέμενε στην διατήρηση των απηρχαιωμένων καταστάσεων σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής.

Δελτάρια Γάλλων στρατιωτών από τη Θεσσαλονίκη με σφραγίδες αποστολής της Γαλλικής Στρατιάς του Οριέντ (1916).


Ο αστισμός εντούτοις δεν είχε προχωρήσει σε προσπάθειες, που θα οδηγούσαν στην οριστική εξουδετέρωση των αντιπάλων του. Αντίθετα, συμβιβασμένος απαρχής με την ιδέα της συνεργασίας του με την πολιτική αντίθεσή του, είχε αφήσει να παραμείνουν κάτω από τον απόλυτο έλεγχο των φυσικών του εχθρών θέσεις και υπηρεσίες πολύ μεγάλης σπουδαιότητας, οι οποίες και επέτρεψαν στον συντηρητισμό να περάσει στην αντεπίθεση, με τελικό αποτέλεσμα τον διχασμό του λαού και την καταστροφή της χώρας.

Η εγχώρια αστική τάξη, που τα συμφέροντά της εξέφραζε κατά πρώτο λόγο το κόμμα των Φιλελευθέρων και η οποία ήταν δεμένη με στενούς δεσμούς εξάρτησης από το συμμαχικό και ειδικότερα από το αγγλικό κεφάλαιο, επιζητούσε από την έναρξη ήδη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου την άμεση συμπαράταξη της Ελλάδας με τις δυνάμεις της Αντάντ – ενώ η ολιγαρχία, που ήταν συσπειρωμένη γύρω από τον θρόνο των Γλύξμπουργκ, αγωνιζόταν για τη διατήρηση με κάθε μέσο της ελληνικής ουδετερότητας, που εξυπηρετούσε αντικειμενικά τα στρατηγικά σχέδια της Γερμανίας.

Ο Βενιζέλος, όταν το καλοκαίρι του 1917 με τις ωμές παρεμβάσεις της Αντάντ ανέλαβε την διαχείριση της εξουσίας, έσπευσε να καλέσει στα όπλα ορισμένες ηλικίες και να κηρύξει τον πόλεμο κατά της Γερμανίας και των συμμάχων της. Ο «Νεολόγος», ο οποίος, τρομοκρατημένος άλλοτε από τους κωνσταντινικούς επίστρατους έβριζε από φόβο τον Βενιζέλο, με ιδιαίτερη προθυμία χαιρέτησε την πολιτική μεταβολή και έκαψε λιβανωτούς στον αρχηγό του κόμματος των Φιλελευθέρων, τον οποίο εντούτοις είχε και αυτός προηγούμενα αποκαλέσει προδότη. Όπως όμως υποστήριζε τώρα, «σπανίως κυβέρνησις είχεν έλθει, όπως κρατύνει την πίστην του ελληνικού λαού, ότι η Ελλάς θα δυνηθή να βαδίση εις τον προορισμόν της, ως η νέα κυβέρνησις των Φιλελευθέρων».[2]

Όπως επιζητούσε η Αντάντ και όπως αναμενόταν με την απόλυτη κυριαρχία του Βενιζέλου στα ελληνικά πολιτικά πράγματα, ο ελληνικός στρατός άρχισε πολύ γρήγορα να μάχεται στο πλευρό της Αντάντ στο μακεδονικό μέτωπο κατά των Κεντρικών Δυνάμεων. Τον Γενάρη ωστόσο του 1918 στασίασαν ξαφνικά ορισμένοι αντιβενιζελικοί αξιωματικοί στο Σύνταγμα της Λαμίας, οι οποίοι πήγαν στη συνέχεια στη Θήβα και προκάλεσαν εκεί αιματηρές ταραχές.
Ελληνικά στρατιωτικά τμήματα αναχωρούν για το μακεδονικό μέτωπο (Θεσσαλονίκη 1916).

Πέντε μήνες αργότερα και συγκεκριμένα την 1η του Ιούνη του 1918 έφτασε με ατμόπλοιο στο Βόλο, μαζί με την υπόλοιπη 3η Μεραρχία και το 2/39 Σύνταγμα Ευζώνων του Μεσολογγίου, το 12ο Σύνταγμα με διοικητή του τον συνταγματάρχη Παντελή Γιαννετάκη και προορισμό το μακεδονικό μέτωπο. Την ίδια όμως την ημέρα της άφιξής του στο Βόλο το 12ο Σύνταγμα προωθήθηκε με τραίνα στη Λάρισα, όπου και στρατωνίστηκε πρόχειρα μέχρι τις 6 του ίδιου μήνα. Στη συνέχεια μπήκε σε πορεία με κατεύθυνση τα Σέρβια, ενώ επίμονες ανησυχητικές φήμες κυκλοφορούσαν στις γραμμές του, ότι επρόκειτο όλη η δύναμή του να παραδοθεί αιχμάλωτη κοντά στον Αλιάκμονα ποταμό σε γαλλικά και σενεγαλέζικα στρατιωτικά τμήματα. Θα συνέβαινε δε τούτο, επειδή το εν λόγω Σύνταγμα δεν ενέπνεε εμπιστοσύνη στην Αντάντ λόγω του φιλοβασιλισμού της πλειοψηφίας των αξιωματικών του αλλά και εξαιτίας του γενικού αντιπολεμικού πνεύματος, που διακατείχε τους άνδρες του, λογικό γέννημα της μακροχρόνιας στράτευσής τους.

Η αναστάτωση ωστόσο του 12ου Συντάγματος δεν περιορίστηκε σε χαμηλόφωνες διαμαρτυρίες, αλλά πολύ γρήγορα μεταβλήθηκε σε εκρηκτική κατάσταση μέσα στους λόχους. Όλα έδειχναν, ότι αναμενόταν στάση – πάρα πολλοί άλλωστε εύζωνοι του 2/39 Συντάγματος του Μεσολογγίου είχαν ήδη επαναστατήσει και επιζητούσαν να παρασύρουν με το μέρος τους τούς άνδρες και του 6ου και του 12ου πεζικού Συντάγματος, καθώς και της 3ης μοίρας του πυροβολικού, που αποτελούσαν την 3η Μεραρχία, να καταλάβουν όλοι μαζί την Λάρισα και να ξεσηκώσουν τον λαό κατά της κυβέρνησης του Βενιζέλου.

Όπως αναφέρεται στο ανέκδοτο Ημερολόγιο του πατρινού στρατιώτη Ανδρέα Κάββουρα, οι μαχητές του πατραϊκού Συντάγματος άρχισαν να κινούνται σχεδόν φανερά για εξέγερση, να συγκεντρώνονται σε πυκνούς ομίλους και να φωνάζουν στασιαστικά συνθήματα. Παντού συγκροτούνταν επαναστατικές ομάδες, γενικός όμως αρχηγός του κινήματος δεν φαινόταν πουθενά. Οι βασιλόφρονες αξιωματικοί του Συντάγματος έβλεπαν προφανώς θετικά τον αναβρασμό των μονάδων, παρέμεναν όμως (εκτός τεσσάρων ή πέντε εξαιρέσεων, που τάχθηκαν στο πλευρό των στασιαστών) πεισματικά σιωπηλοί – ίσως από προσωπική δειλία.

Ο διοικητής του Συντάγματος ωστόσο είχε πολύ ανησυχήσει με την κατάσταση, που διαμορφωνόταν – και σε συγκέντρωση όλων των λόχων, που συγκάλεσε, είχε προσπαθήσει με νουθεσίες να αποτρέψει την στάση. Είχε πει συγκεκριμένα στους άνδρες του:

«Εγώ δεν έχω να πάθω τίποτε – το πολύ πολύ να πάρω το καπέλο μου και να πάω στο σπίτι μου. Συλλογισθείτε όμως εσείς τας οικογενείας σας, τας οποίας θα απελάσουν και θα βασανίσουν. Συλλογισθείτε επίσης τους εαυτούς σας, ότι δεν θα έχετε, πού να σταθείτε. Θα επικηρυχθείτε ως λησταί και αλλοίμονό σας».

Η αποτρεπτική όμως παρέμβαση του Γιαννετάκη και μια δεύτερη από μέρους του στα Σέρβια δεν τελεσφόρησαν – και το μεγαλύτερο μέρος των ανδρών του Συντάγματος το απόγευμα της 6ης του Ιούνη του 1918 στασίασε. Όπως αναφέρει στο Ημερολόγιό του ο Ανδρέας Κάββουρας, « η θύελλα εμαίνετο παντού. Η βοή από τας κραυγάς των ανδρών», που είχαν στασιάσει, «και αι βίαιαι κινήσεις των προσέδιδον φρικιαστικήν εικόνα επαναστάσεως».

Όσοι στρατιώτες του 12ου Συντάγματος δεν ακολούθησαν τους στασιαστές, συγκεντρώθηκαν σε ένα περίβολο κοντά στο ταχυδρομείο, και καταγράφηκαν από τον υπασπιστή της μονάδας αυτής Σπύρο Ρούβαλη, που ήταν πατρινός. Ο διοικητής, εξάλλου, του Συντάγματος, εντελώς άστοχα ενεργώντας, εγκατέλειψε την σκηνή του και κατέφυγε στα Σέρβια, περιμένοντας εκεί την εξέλιξη των εκρηκτικών γεγονότων.

Οι στασιαστές κατέλαβαν απαρχής τις αποθήκες του εφοδιασμού, άρπαξαν τρόφιμα, ιματισμό και τα κιβώτια με τα φυσίγγια, και με τις κραυγές «Πίσω στην Πάτρα! Δεν παραδιδόμεθα στους Σενεγαλέζους! Έξω οι ξένοι!» πήραν τον δρόμο για την Λάρισα. Στην αρχή ξεπερνούσαν τους χίλιους, ύστερα όμως από πολλές διαρροές, που σημειώθηκαν, όταν διαπιστώθηκε, ότι κανένας ανώτερος αξιωματικός δεν είχε αναλάβει την ηγεσία του κινήματός τους, απόμειναν γύρω στους εξακόσιους και χωρίστηκαν σε δύο ομάδες. Στην μεγαλύτερη ομάδα, που την συγκροτούσαν 450 περίπου άνδρες, αναδείχτηκε αρχηγός ο υποδεκανέας Ανδρέας Κορδάς, ενώ επικεφαλής της άλλης ομάδας βρέθηκαν οι λοχίες Κώστας Σολωμός, Δημήτριος Τσίκλιρας, Δημήτριος Παπαθανασόπουλος και Χρύσανθος Πετραλιάς.
Στρατιώτες του 39ου Ευζωνικού Συντάγματος Μεσολογγίου. Στασίασαν μαζί με το 12ο Σύνταγμα της Πάτρας.

Οι στασιαστές, που τα βενιζελοκρατούμενα πατραϊκά σωματεία, ύστερα προφανώς από σχετική κυβερνητική εντολή, είχαν σπεύσει με τηλεγραφήματα και ανακοινώσεις να τους καταδικάσουν, συνελήφθησαν πολύ εύκολα και πολύ γρήγορα από στρατιωτικά αποσπάσματα και αρκετοί από αυτούς παραπέμφθηκαν στο Στρατοδικείο της Κοζάνης, που είχε συσταθεί γι’ αυτό τον σκοπό με πρόεδρο τον Στέφανο Φατσέα, βασιλικό επίτροπο τον Ιωσήφ Κούνδουρο και εναλλασσόμενα μέλη του τούς Ζωτόπουλο, Δημήτριο Λούμη, Λέοντα Παπαγεωργίου, Σακελλαρόπουλο, Βασίλειο Φραντζαβόλη και Χατζηπέτρο. Μαζί με τους στασιαστές είχε παραπεμφθεί και ο ίδιος ο διοικητής του 12ου Συντάγματος, που ο βασιλικός επίτροπος Κούνδουρος, φανατικός βενιζελικός, του είχε υποσχεθεί την θανάτωσή του και είχε διατυπώσει σε βάρος του την χαλκευμένη κατηγορία, ότι «παρώτρυνε τους άνδρας του εις λιποταξίαν εν καιρώ πολέμου». Του είχε πει σχετικά με καταφανή σαρκασμό:

«Ανέφερες στο λόγο σου προς τους στρατιώτες σου στο Χάνι Χατζή Γώγου και στα Σέρβια, ότι θα πάρης το καπέλο σου και θα πας στο σπιτάκι σου. Το καπέλο σου βέβαια θα πάη στο σπιτάκι σου, το κεφάλι σου όμως θα μείνη εδώ».

Ανάλογα συναισθήματα κατά των στασιαστών, που αφορούσαν μάλιστα ολόκληρη την 3η Μεραρχία, χαρακτήριζαν και τους υποτιθέμενους «συμμάχους», ιδιαίτερα τους γάλλους, για τους οποίους γράφει στο Ημερολόγιό του ο Κάββουρας:

«Το μίσος των γάλλων κατά της 3ης Μεραρχίας εξεδηλούτο πολυειδώς και πολυτρόπως. Προς τιμωρίαν μάς εχορήγουν πολύ ολίγον συσσίτιον και ανθυγεινόν – κουραμάνα μπαγιάτικη και μουχλιασμένη, κρέας κατεψυγμένον και σκωληκόβρωτον. Όταν δε μία ομάς στασιαστών ωδηγείτο είς τινα σταύλο, διά να φυλακισθή, έως ότου αρχίση η δίκη των, δεικνύοντες εις αυτούς την απέναντι κορυφογραμμήν, τους έλεγον οι γάλλοι:

– Εκεί θα σας βάλωμε και θα σας θερίσωμε με τα μυδραλιοβόλα».
Για τη στάση του 12ου Συντάγματος έγιναν στην Κοζάνη τέσσερες δίκες – η πρώτη από τις 16 μέχρι τις 19 του Ιούνη του 1918, η δεύτερη στις 19 του ίδιου μήνα, η τρίτη την 1η του Ιούλη και η τέταρτη από τις 9 μέχρι τις 15 αυτού του μήνα επίσης. Σε μια μάλιστα από τις δίκες αυτές είχε επιστρατευθεί ως υποτιθέμενος συνήγορος υπεράσπισης ο έφεδρος ανθυπολοχαγός και κατοπινός πολιτικός παράγοντας του Λαϊκού Κόμματος στην Αχαΐα Θεόδωρος Ζαφειρόπουλος, ο οποίος δεν πρόβαλε καμμιά θέση προς υπεράσπιση των κατηγορουμένων, αλλά απλά περιορίστηκε, σε μια σύντομη διστακτική παρέμβασή του ελάχιστων δευτερολέπτων, να αναφέρει προς τους αδυσώπητους στρατοδίκες, ότι «επαφίετο εις την κρίσην των διά την υπόθεσιν».

Βασικοί μάρτυρες κατηγορίας στις δίκες αυτές ήσαν οι κρήτες ανθυπολοχαγοί Χαράλαμπος Σαριδάκης και Στυλιανός Μπενάκης, ο άνθρωπος όμως, που ουσιαστικά κατηύθυνε τις δίκες και τελικά προσδιόρισε τις αποφάσεις, ήταν ο ταξίαρχος Γεώργιος Βλαχογιάννης. Όπως αναφέρει και πάλι στο Ημερολόγιό του ο Ανδρέας Κάββουρας, «αι απειλαί, αι ύβρεις και οι προπηλακισμοί του Βλαχογιάννη επρόδιδον εσκεμμένους φόνους». Κατά τον Κάββουρα πάντα, ο Βλαχογιάννης μια ημέρα πριν από την συγκρότηση του Στρατοδικείου είχε πει σε μια ομάδα αξιωματικών και στρατιωτών σχετικά με την έκβαση των δικών: «Θα καθαρίσουμε καμμιά πενηνταριά παληοτόμαρα, για να ησυχάσουμε» – ενώ σε κάποια διακοπή μιας συνεδρίασης του εν λόγω Στρατοδικείου είχε εκστομίσει κατά των υπόδικων στασιαστών αυτή την απειλή: «Αν δεν ντύσω εγώ την Πάτρα στα μαύρα, να μη με λένε Βλαχογιάννη».

Από τους 209 κατηγορούμενους 170 καταδικάστηκαν σε πεντάχρονη ή δεκάχρονη φυλάκιση, 18 σε ισόβια δεσμά και 21 στην ποινή του θανάτου, που εκτελέστηκε μέσα σε ελάχιστες ημέρες από την επιβολή της. Συγκεκριμένα, στις 20 του Ιούνη ντουφεκίστηκαν οι λοχίες Σπύρος Αγραπίδης, Νίκος Γκοτσόπουλος και Κώστας Σολωμός, από την Πάτρα, ο υπολοχαγός Γεώργιος Καμπούρης, από τα Τσουκαλέικα, ο λοχίας Χρύσανθος Πετραλιάς, από την Δίβρη, ο λοχίας Δημήτριος Παπαθανασόπουλος, από την Γρόπα, και ο λοχίας Δημήτριος Τσίκλιρας, από το Ρένεσι της Τριταίας – στις 30 οι στρατιώτες Άγγελος Αγγελόπουλος, Σωτήριος Μιχαήλ και Μιχαήλ Σπυρόπουλος και ο δεκανέας Κώστας Γεωργακόπουλος, από την Πάτρα, ο στρατιώτης Πέτρος Γιαννακόπουλος, από τον Άγιο Γεώργιο, ο στρατιώτης Θρασύβουλος Βοΐλας, από τον Κάτω Λυκόβατο, και ο δεκανέας Βασίλειος Αναγνωστόπουλος από το Ρένεσι – στις 3 του Ιούλη ο λοχίας Γρηγόριος Μουσούρης από την Πάτρα, ο επιλοχίας Διονύσιος Κόκκινος, από το Σκουροχώρι, ο υπολοχαγός Νίκος Μαντέλης, από το Ληξούρι, και ο λοχαγός Γεράσιμος Ποταμιάνος, από το Αργοστόλι – στις 20 οι στρατιώτες Νίκος Πανίτσας, από το Λεόντιο, και Βασίλειος Παπανικολόπουλος, από την Αραγωνίτσα – και στις 27 ο διοικητής του 12ου Συντάγματος συνταγματάρχης Παντελής Γιαννετάκης, που καταγόταν από τη Λάρισα. Στις 21 του ίδιου μήνα ντουφεκίστηκαν ως στασιαστές 16 εύζωνοι του 2/39 Συντάγματος του Μεσολογγίου και τις ίδιες ημέρες αντιμετώπισε το εκτελεστικό απόσπασμα ο υποδεκανέας Ανδρέας Κορδάς, που είχε καταδικασθεί ως στασιαστής επίσης στην ποινή του θανάτου από το Στρατοδικείο του Βόλου.[3]

Όσοι στασιαστές δεν καταδικάστηκαν σε θάνατο ρίχτηκαν στις φυλακές «ως κοπάδια κτηνών» και εκεί «υπέστησαν μαρτύρια, εστερήθησαν δε και αυτού του επιουσίου άρτου». Όπως καταγράφει στο Ημερολόγιό του ο Ανδρέας Κάββουρας, «η προς τους κρατουμένους διαγωγή του εφέδρου υπολοχαγού Νίκου Κοζάκου, διευθυντού των φυλακών, υπήρξε αξία στιγματισμού». Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί, κατά τον Κάββουρα και πάλι, για ένα αντιβενιζελικό πατρινό έφεδρο επίσης αξιωματικό, ο οποίος από φόβο προφανώς είχε και αυτός επιδείξει κτηνώδη συμπεριφορά απέναντι στους κρατουμένους στασιαστές, οι οποίοι «ανέμενον οι ατυχείς εις τας ανηλίους και φρικώδεις φυλακάς των από αυτόν κάποιο ενδιαφέρον, κάποια περίθαλψιν ή έστω κάποια στοιχειώδη ανακούφισιν – εις μάτην όμως».

Όσο αφορά τους στρατιώτες εκείνους του 12ου Συντάγματος, που δεν είχαν εξεγερθεί, έσπευσε η βενιζελοκρατούμενη ελληνική στρατιωτική διοίκηση να τους νουθετήσει, επιστρατεύοντας ακόμη και κάποιον πλανόδιο πατρινό ποιητή εκείνης της εποχής, τον Σπύρο Ματσούκα, ο οποίος τους εξόρκισε «εις την σημαίαν της μονάδος των να πολεμήσουν υπέρ της πατρίδος παρά το πλευρόν των μεγάλων συμμάχων τους». Στο πλαίσιο μάλιστα των σχετικών προσπαθειών τούς επιθεώρησε, συνοδευόμενος από δυο γάλλους αξιωματικούς, και ο στρατηγός Παναγιώτης Δαγκλής, ο οποίος, όπως και άλλοι στρατηγοί, είχε τότε προτιμήσει να περπατήσει όχι στις πλατειές λεωφόρους αλλά στα κακοτράχαλα μονοπάτια μιας αμφίβολης δόξας. Παράλληλα όμως εκδόθηκε από τη νέα διοίκηση του 12ου Συντάγματος διαταγή «να μη γράφωσιν οι στρατιώται εις τους οικείους των τίποτε περί της στάσεως, ούτε, πού ευρίσκονται, ούτε πού πρόκειται να μεταβούν, ούτε αν κακοπερνούν». Έτσι, ο Ανδρέας Κάββουρας είχε γράψει τότε στους δικούς του:
«Δόξα να έχει ο Ύψιστος. Από υγεία είμαι πολύ καλά. Να μην έχετε δε δι’ εμέ κανένα φόβον και καμμίαν ανησυχίαν, πρώτον διότι διαμένω εις ωραίαν τοποθεσίαν και δεύτερον, επειδή τα περνώ τόσο καλά υπό πάσαν έποψιν, ώστε ούτε καν μου φαίνεται, ότι είμαι στρατιώτης και ευρίσκομαι εις εκστρατείαν».
Οι στρατώνες του 12ου Συντάγματος στην Πάτρα (ΚΕΤΧ).

Η στάση του 12ου Συντάγματος με την τραγική της κατάληξη, όπως και οι ανάλογες εξεγέρσεις του 2/39 Συντάγματος του Μεσολογγίου και ορισμένων άλλων στρατιωτικών μονάδων με παρόμοια αποτελέσματα, πρέπει να θεωρηθεί ως ένα μέρος ενός γενικότερου αντιπολεμικού κινήματος, που αναπτύχθηκε εκείνη την εποχή στους στρατούς όλων των εμπόλεμων μερών και διαμορφώθηκε τελικά σε ακανθώδες πρόβλημα για τους ευρωπαϊκούς μιλιταριστικούς κύκλους και σε ιδιαίτερης σημασίας επιβοηθητικό γεγονός για την οκτωβριανή σοσιαλιστική επανάσταση, που είχε εκραγεί τότε στη Ρωσία. Οι στασιαστές του 12ου Συντάγματος της Πάτρας, όπως και των άλλων ελληνικών στρατιωτικών μονάδων, δεν ήσαν βέβαια επαναστατικοί φορείς σοσιαλιστικών θέσεων αναφορικά με τον τερματισμό των πολεμικών επιχειρήσεων σε όλα τα μέτωπα – εκδηλώθηκαν όμως οπωσδήποτε ως φιλειρηνικά στοιχεία, λιγότερο ασφαλώς από ιδεολογία και περισσότερο από τον κάματο ή από την απελπισία, που γεννούσε η αίσθηση του ατελεύτητου ενός ιδιαίτερα αιματηρού πολέμου. Αρκετά, εξάλλου, από αυτά τα στοιχεία προσεγγίζανε τον κωνσταντινισμό, ο οποίος εμφανιζόταν τότε ως ο μοναδικός πραγματικά ισχυρός πολιτικός αντίπαλος του φιλοπόλεμου βενιζελισμού, διακηρύχνοντας, υστερόβουλα προφανώς, ότι επιζητούσε την ουδετερότητα της χώρας, και ευαγγελιζόμενος απέναντι σε μια ιδιαίτερα αιματηρή σύρραξη, όπως αυτή του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, την πολυπόθητη ειρήνη.

Το γεγονός της εκτέλεσης του ίδιου του διοικητή και άλλων 21 ανδρών του 12ου Συντάγματος (ενός λοχαγού, δύο υπολοχαγών, ενός επιλοχία, 7 λοχιών, δύο δεκανέων, ενός υποδεκανέα και 7 στρατιωτών) συγκλόνισε την Πάτρα και την ευρύτερη περιοχή και ενίσχυσε το μίσος μιας πολύ μεγάλης μερίδας των πολιτών τους, που ήσαν αντιβενιζελικοί, κατά του κόμματος των Φιλελευθέρων και των συμμάχων της Αντάντ – το πατραϊκό δημοτικό συμβούλιο όμως, που ήταν στην πλειοψηφία του αντιβενιζελικό, αλλά το οποίο δεν διακρινόταν καθόλου για αγωνιστικές φιλειρηνικές τάσεις, ούτε καν για μαχητικό φιλοβασιλισμό, έσπευσε να αποδείξει για άλλη μια φορά την εθελοδουλεία του. Επρόκειτο άλλωστε για ένα θλιβερό συμβούλιο, το οποίο παλαιότερα, υπακούοντας στα κελεύσματα των έξαλλων κωνσταντινικών επιστράτων, είχε κατακεραυνώσει τον Βενιζέλο, τον είχε αναθεματίσει και είχε διαγράψει ως εχθρό από το δημοτολόγιο του δήμου Πατρέων τον τοπικό σημαντικό παράγοντα του κόμματος των Φιλελευθέρων Ανδρέα Μιχαλακόπουλο. Στη συνέχεια βέβαια, όταν κυριάρχησε στην ελληνική πολιτική σκηνή ο Βενιζέλος, το εν λόγω συμβούλιο άλλαξε θέση και αποδέχτηκε, πάλι υποκύπτοντας στους ισχυρούς της ημέρας, ότι η προγενέστερη απόφασή του για τον Μιχαλακόπουλο, για την οποία υποτίθεται, ότι τώρα ντρεπόταν, αποτελούσε στίγμα και για τον δήμο και για την πόλη.

Αυτό λοιπόν το δημοτικό συμβούλιο, μόλις πληροφορήθηκε το γεγονός της ανταρσίας, που είχε εκδηλωθεί στο 12ο Σύνταγμα, «εταράχθη σφόδρα» και φρόντισε να συνέλθει αμέσως σε ειδική συνεδρίαση. Εκεί τα τρομαλέα μέλη του προσποιήθηκαν, ότι συζήτησαν σε βάθος το ζήτημα και στη συνέχεια, αγόμενα, όπως και άλλοτε, από την πασίδηλη δειλία τους, εξουσιοδότησαν ομόφωνα τον δήμαρχο Δημήτριο Μπουκαούρη να στείλει στην κυβέρνηση το εξής τηλεγράφημα:

«Το Δημοτικόν Συμβούλιον [Πατρέων] κατά την σημερινήν έκτακτον αυτού συνεδρίασιν, τη προτάσει του δημοτικού συμβούλου κυρίου Νικολάου Ραυτοπούλου ομοφώνως υποβάλλει υμίν την έκφρασιν της οδύνηράς εντυπώσεώς του επί τω οικτρώ συμβάντι της λιποταξίας στρατιωτών του 12ου Συντάγματος, ευλόγως καταθλίψαντι την ημετέραν πόλιν».[4]

Το ίδιο το περιεχόμενο του εν λόγω τηλεγραφήματος, που αναφέρεται σε κάποιες λιποταξίες κάποιων στρατιωτών του πατραϊκού Συντάγματος, περιστατικά δηλαδή, τα οποία αφορούσαν μεμονωμένα άτομα και όχι στην ανταρσία, που φανερώθηκε στις γραμμές του, προδίδει είτε πλήρη άγνοια του γεγονότος της ίδιας της ανταρσίας, που κατέληξε σε τραγωδία, είτε σκόπιμη αποσιώπησή του, εξαιτίας του ασφυκτικού πολιτικού κλίματος, που επικρατούσε στη χώρα εκείνη την εποχή. Όπως όμως και να έχει το ζήτημα, το 12ο Σύνταγμα σύρθηκε τελικά και αυτό στη σφαγή, με νέο διοικητή του τον ναυπάκτιο συνταγματάρχη Νικόλαο Σουμπασάκο, γνωστόν στην Πάτρα από προγενέστερη μακρόχρονη θητεία του στην πόλη. Εξακολουθούσε ωστόσο το δύσμοιρο αυτό Σύνταγμα να μην εμπνέει εμπιστοσύνη στους συμμάχους, οι οποίοι, με την αποδοχή από την ελληνική κυβέρνηση ενός μέτρου εντελώς απαράδεκτου και ιδιαίτερα προσβλητικού για τη χώρα, το εντάξανε τελικά ως τμήμα ξένου στρατού στην 22η Ταξιαρχία της 11ης σενεγαλέζικης Μεραρχίας, προκειμένου να το επιβλέπουν καλλίτερα.

Δυο χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα στις 2 του Αυγούστου του 1920 το 12ο Σύνταγμα, και μαζί του το 6ο, ξεκινήσανε με το ατμόπλοιο «Έλενα Μαργαρίτα» για την Μικρασία, προκειμένου να ενισχύσουν τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις, που πολεμούσαν ήδη εκεί. Τα δυο αυτά Συντάγματα με επικεφαλής την στρατιωτική μουσική είχαν κατέβει από τους στρατώνες στην παραλία, ενώ πλήθη ανυποψίαστου λαού τα ξεπροβόδιζε με ζητωκραυγές. Όλοι σχεδόν πίστευαν τότε στις μελλούμενες νίκες, που οι τοπικές εφημερίδες με πύρινα άρθρα τους προφήτευαν καθημερινά – και κανένας δεν υποψιαζόταν ακόμη την εθνική τραγωδία, που πολύ σύντομα θα ξετυλιγόταν στα χώματα της αρχαίας Ιωνίας, όπου τα όνειρα της μεγάλης πατρίδας θα γίνονταν κομμάτια.  





[1] Εφημ. Νεολόγος, φ. 22 Ιουλίου 1914.
[2] Όπ.π. φ. 15 Ιουνίου 1917.
[3] Ανδρ. Θεοφ. Κάββουρα˙ Σημειώσεις ημερολογιακαί εκστρατείας παγκοσμίου πολέμου. 1914-1918. Πάτραι, 1919. σ. 28-40 και 52-92. Ανέκδοτο.
[4] Πρακτικά Δημοτικού Συμβουλίου. Συνεδρίασις 25ης Ιουνίου 1918.

Παρασκευή 5 Μαΐου 2017

ΠΟΛΙΤΕΙΑ #7

Στο νέο μας τεύχος  μπορείτε να διαβάσετε για την Τραγωδία  του 12ου Συντάγματος της Πάτρας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο,ένα άρθρο που το υπογράφει ο ιστορικός Βασίλης Κ.Λάζαρης. Ακόμα, ο Κώστας Παπαγιανόπουλος ανιχνεύει τη ιστορία ενός επιβλητικού κτιρίου της πόλης της Κάτω Αχαΐας, του γνωστού Μύλου του Μπακούλια. 
Ο Ξενοφών Αργ. Παπαευθυμίου Συντηρητής Έργων Τέχνης – Μουσειολόγος, γράφει για την προστασία και την αξιοποίηση της βιομηχανικής αρχιτεκτονικής των κτιρίων που βρίσκονται στον πολεοδομικό ιστό και στα περίχωρα των αστικών κέντρων της Αχαΐας.
Ο Δημήτριος Παπανικολάου συγγραφέας μας "ξεναγεί" στο  Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Δήμου Πατρέων και γράφει για τη σημασία της παράδοσης στον σύγχρονο κόσμο.
Ο Δημήτρης Στεμπίλης, Δημοσιογράφος και MSc της Σύγχρονης Ιστορίας και των Διεθνών Σχέσεων, ολοκληρώνει το αφιέρωμα στην "εποχή της σταφίδας" που ξεκίνησε στο προηγούμενο τεύχος μας γράφοντας για  την  κρατική παρέμβαση για τη σταφίδα, την προϊστορία και η λειτουργία του Αυτόνομου Σταφιδικού Οργανισμού (ΑΣΟ).
Η  Μαία Αγάπη Μαράτου, μας ενημερώνει για την "ιδιαίτερη πρόληψη στην πορεία της ζωής, μιας γυναίκας ".
Ο Νίκος Ραγκαβάνης γράφει για την προστασία της γείωσης  και πώς αυτή  μπορεί να μας προστατεύσει από την ηλεκτροπληξία. Τέλος ο Κωνσταντίνος Βιέννας σε αυτό το τεύχος προτείνει να παρακολουθήσουμε μια εξαιρετική σύνθεση στοιχείων από διάφορα κινηματογραφικά είδη που ονομάζεται "Retreat" και όπως πάντα, ο Τάκης Καμπέρος σχολιάζει την επικαιρότητα με τον δικό του τρόπο.


Το αφιέρωμα του περιοδικού μας στην εποχή της σταφιδοπαραγωγής στην Αχαΐα μετά από το μεγάλο ενδιαφέρον των φίλων του περιοδικού συνεχίζεται. Έτσι την ΚΥΡΙΑΚΗ 7 ΜΑΪΟΥ στις 19:00,θα πραγματοποιηθεί εκδήλωση-συζήτηση με θέμα: "Η Αχαΐα της σταφίδας", στο θέατρο του εκπαιδευτικού χώρου Μπάρι του ΔΗΠΕΘΕ  (Σανταρόζα 7 & Καρόλου), στις εμβληματικές άλλοτε σταφιδαποθήκες της πόλης της Πάτρας.
Στην εκδήλωση θα μιλήσουν:
Βασίλης Κ. Λάζαρης, Ιστορικός
Χρήστος Αθαν. Μούλιας, Δικηγόρος, ιστορικός ερευνητής και συγγραφέας
Άλμπερτ Μπάρρυ, Στέλεχος ασφαλιστικής εταιρείας
Στάθης Κουτρουβίδης, Δρ Ιστορίας, Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων

Την εκδήλωση θα συντονίσει η δημοσιογράφος Λίνα Μπάστα. 
Σας περιμένουμε!




Μπορείτε να διαβάσετε το νέο τεύχος του περιοδικού μας περιοδικό μας στον σύνδεσμο:https://issuu.com/politeiamag/docs/_7 αλλά και να το αποθηκεύσετε στον υπολογιστή σας  απο το σύνδεσμο: https://www.dropbox.com/s/9lafos41xkfu92f/Politeia%237.pdf?dl=0

Σάββατο 29 Απριλίου 2017

Η Αχαΐα της σταφίδας

Η σταφίδα ήταν έως τα μέσα του 20ου αι. η κύρια οικονομική δραστηριότητα της Πάτρας και το λιμάνι της αποτελούσε το κατεξοχήν εξαγωγικό κέντρο του προϊόντος. Η παραγωγή και η εμπορία του αγροτικού αυτού «χρυσού» έφερε πολύπλευρα οφέλη σε τοπικό επίπεδο ενώ η συμμετοχή της σταφίδας στην πορεία της εθνικής οικονομίας και στο εμπορικό ισοζύγιο ήταν καταλυτική.
Η σταφίδα προκάλεσε οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές κρίσεις, εξεγέρσεις, επαναστάσεις και ένοπλα συλλαλητήρια. Συνέβαλε στις μετακινήσεις ορεινών πληθυσμών προς τα εύφορα παράλια και σχετίζεται με τη συγκρότηση νέων οικισμών αλλά και με την ίδια τη δημογραφική εξέλιξη της περιοχής. Αλλά η οικονομική ακμή της δεν άφησε τα αναμενόμενα ίχνη στην εξέλιξη της αχαϊκής οικονομίας και κοινωνίας.
Το ηλεκτρονικό περιοδικό «ΠΟΛΙΤΕΙΑ» (http://politeiamag.blogspot.gr/) διοργανώνει την Κυριακή 7 Μαΐου και ώρα 19.00΄ εκδήλωση – συζήτηση με θέμα «

Η Αχαΐα της σταφίδας» στο θέατρο του εκπαιδευτικού χώρου Μπάρι του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας (Σανταρόζα 7 & Καρόλου), στις εμβληματικές άλλοτε σταφιδαποθήκες της πόλης.
Στην εκδήλωση θα μιλήσουν:
Στάθης Κουτρουβίδης, Δρ Ιστορίας, Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων
Βασίλης Κ. Λάζαρης, Ιστορικός
Χρήστος Αθαν. Μούλιας, Δικηγόρος, ιστορικός ερευνητής και συγγραφέας
Άλμπερτ Μπάρρυ, Στέλεχος ασφαλιστικής εταιρείας.Την εκδήλωση θα συντονίσει η δημοσιογράφος Λίνα Μπάστα.

Τετάρτη 5 Απριλίου 2017

Ασουρές: το γλυκό του Νώε


Ο λεπτός στη γεύση, σιταρένιος ασουρές είναι γλυκό που, εδώ και αρκετές δεκαετίες, φτιάχνεται παραδοσιακά σε Ελλάδα και Τουρκία. Στη γείτονα είναι γνωστός και ως «γλυκό του Νώε» ενώ στην Ελλάδα ως «βαρβάρα», όνομα δανεισμένο από τη γιορτή της ομώνυμης αγίας. Βέβαια, καθότι δροσερός και μυρωδάτος, οι νοικοκυρές παλιάς κοπής τον ετοιμάζουν συχνά και τους καλοκαιρινούς μήνες μοιράζοντάς τον στα γειτονικά σπίτια. Το επιδόρπιο αυτό φτιάχνεται από βρασμένο σιτάρι, ζάχαρη, σταφίδες κι άλλους ξηρούς καρπούς. Είναι άκρως δροσερό, χορταστικό και με ιδιαίτερη γεύση. 
ΥΛΙΚΑ
·         8 κούπες ζουμί από βρασμένο σιτάρι
·         2 κούπες σιτάρι βρασμένο
·         1 κούπα γεμάτη ζάχαρη
·         2 ½ κουταλάκια κανέλα
·         4 κουταλιές κορν φλάουερ διαλυμένο σε μισή κούπα ζουμί του σιταριού (ή σε νερό) κρύα όμως και τα δυο
·         1 κούπα μισοψημένα, χοντροκομμένα καρύδια
·         ½ κούπα φουντούκια ψιλοκομμένα
·         1 κούπα σταφίδες ξανθές και μαύρες ανακατεμένες
·         8 σύκα ξερά ψιλοκομμένα (ή 4 σύκα και 4 δαμάσκηνα - οποιοδήποτε αποξηραμένο φρούτο σας αρέσει είναι ταιριαστό) 

Βάλτε αποβραδίς ½ κιλό σιτάρι στο νερό, αφού πρώτα το πλύνετε καλά, κι αφήστε το όλη νύχτα να μουλιάζει. Την επομένη βράστε μέσα στο ίδιο νερό το σιτάρι σε σιγανή φωτιά, μέχρι να μαλακώσει (στην κατσαρόλα θα χρειαστείτε 3 ώρες, στη χύτρα 1 ώρα).
Στη συνέχεια σουρώστε το και κρατήστε το ζουμί. Θα βγουν περίπου 8 κούπες (αν βγει λιγότερο, συμπληρώστε νερό σκέτο). Βάλτε το σε μέτρια φωτιά, ρίξτε μέσα 2 κούπες από το ήδη βρασμένο σιτάρι και προσθέστε όλα τα υπόλοιπα υλικά, μαζί και το κορν φλάουρ, το οποίο θα έχετε διαλύσει σε μισή κούπα από το ζουμί ή το νερό (αλλά, είπαμε, κρύα και τα δύο).
Ανακατεύετε συνεχώς τα υλικά μέχρι να πήξει ελαφρώς το ζουμί (θα χρειαστούν περίπου 5 έως 7 λεπτά). Βγάλτε το από τη φωτιά, σερβίρετέ το σε μπολάκια, αφήστε να κρυώσει και βάλτε το στο ψυγείο να πήξει εντελώς.
Στη συνέχεια πασπαλίστε την επιφάνεια με κανέλα και καρύδια ή όποια άλλα ξηροκάρπια σας αρέσουν.








ΑΛΛΕΣ ΣΥΝΤΑΓΕΣ ΜΕ ΣΤΑΦΙΔΕΣ
·         http://suntos.gr/sultanas/
·         http://recettes.de/raisin



Δευτέρα 27 Μαρτίου 2017

Η καλλιέργεια της σταφίδας και η δημιουργία των οικισμών στη Δυτική Αχαΐα

Κώστας Παπαγιαννόπουλος
Αρχαιολόγος-Ιστορικός

Δεν έχουν περάσει ακόμα διακόσια χρόνια από τότε που η Ελλάδα απελευθερώθηκε από τους Οθωμανούς. Μέσα στο νέο κράτος που δημιουργήθηκε περιλαμβανόταν και η Δυτική Αχαΐα, η οποία είχε ένα πολύ διαφορετικό πρόσωπο από αυτό που βλέπουμε σήμερα. Υπήρχαν λίγοι οικισμοί και μεγάλο μέρος του εδάφους ήταν ακαλλιέργητο, καθώς πολλοί από τους σημερινούς οικισμούς δημιουργήθηκαν μετά την Επανάσταση με την εγκατάσταση νέων οικογενειών κυρίως από τα ορεινά μέρη της Αχαΐας, αλλά και από άλλες περιοχές της Ελλάδας. Στην αρχή η εγκατάστασή τους ήταν προσωρινή, γρήγορα όμως οι συνθήκες τους υποχρέωσαν να κατοικήσουν μόνιμα στις νέες περιοχές. 


Μάζεμα αποξηραμένης σταφίδας
Η επικερδής καλλιέργεια της σταφίδας έπαιξε κα­ταλυτικό ρόλο για τη μετακίνηση των ορεινών πληθυσμών. Ως γνωστόν, η σταφίδα, και ιδιαίτερα  η κορινθιακή σταφίδα είναι ένα ευαίσθητο προϊόν που ευδοκιμεί στα παραλιακά μέρη του Πατραϊκού και του Κορινθιακού κόλπου. Πιο συγκεκριμένα, κύριοι τόποι παραγωγής της είναι η δυτική και η βόρεια Πελοπόννησος (από τη Γαστούνη ως την Κόρινθο), η Ζάκυνθος, η Αιτωλία και η Ναύπακτος, και μάλιστα συνήθως σε απόσταση έως 5 χλμ. ή, σπάνια, έως 8 χλμ. από την ακτή. Αυτό σημαίνει ότι η προσπάθεια και το κόστος για τη μεταφορά του προϊόντος δεν αποτελούσαν ιδιαίτερο πρόβλημα και σε συνδυασμό με τη χαμηλή φορολογία του, την αυξανόμενη ζήτηση στις αγορές του εξωτερικού και την εύκολη χορήγηση πιστώσεων από τις τράπεζες, συνιστούσαν τους βασικούς λόγους για τους οποίους η καλλιέργειά του ήταν ελκυστική.
Τρύγος σταφίδας

Ωστόσο, η καλλιέργεια και η εμπορία της σταφίδας δεν είναι το μοναδικό κίνητρο που ώθησε αυτούς τους πληθυσμούς να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους εστίες. Η εγκατάσταση σε νέους οικισμούς και η ενασχόληση με τις γεωργικές εκμεταλλεύσεις προϋπέθετε την ύπαρξη μεγάλων εκτάσεων, οι οποίες θα μπορούσαν με συστηματική καλλιέργεια να αποδώσουν ένα ικανό εισόδημα ή – ανάλογα με το μέγεθος και τη θέση των κτημάτων –ακόμα και να δημιουργήσουν μια οικονομική βάση για περαιτέρω επενδύσεις. Τέτοιες εκτάσεις, εκτός από την Εκκλησία, διέθετε το ελληνικό κράτος, οι οποίες περιήλθαν στην κατοχή του μετά την αποχώρηση των Οθωμανών από την Ελλάδα. Είναι οι γνωστές με την ονομασία «εθνικές γαίες» ή «εθνικά κτήματα».

Οι περισσότερες από τις εκτάσεις αυτές ήταν ακαλλιέργητες, καλυμμένες με δασική ή χορτολιβαδική βλάστηση που ευνοούσε την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας. Ορισμένες εκτάσεις είχαν μείνει ακαλλιέργητες ήδη από τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας καθώς δεν υπήρχαν αρκετά εργατικά χέρια, αφού μεγάλο μέρος του πληθυσμού είχε καταφύγει στις πόλεις ή στα ορεινά. Ακόμα και οι λίγες εκτάσεις που καλλιεργούνταν συστηματικά πριν από την Επανάσταση, είχαν καταντήσει χέρσες και οι καλλιέργειες είχαν καταστραφεί εξαιτίας των πολεμικών επιχειρήσεων.

Το ελληνικό κράτος φάνηκε στην αρχή απρόθυμο να διανείμει ή να εκποιήσει τα εθνικά κτήματα. Πράγματι, μέχρι το 1870 μόνο ένα μικρό μέρος των κτημάτων αυτών διανεμήθηκε με μια σειρά νόμων, πρώτος από τους οποίους ήταν ο Νόμος της Προικοδότησης του 1835. Ο νόμος αυτός περιλάμβανε παραχωρήσεις γαιών έναντι ορισμένου τιμήματος και ονομάστηκε νόμος περί «προικοδότησης», ακριβώς διότι αποτέλεσε μια μορφή «προίκας» προς τον ελληνικό λαό ως αντάλλαγμα του αγώνα του και της προσφοράς του κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821. Δυστυχώς, οι πρώτοι που επωφελήθηκαν από το νόμο της Προικοδότησης του 1835 ήταν οι πρόκριτοι και οι έμποροι. Αυτοί απέσπασαν τις πιο αποδοτικές γαίες, τις οποίες είτε είχαν ήδη καταπατήσει και ο νόμος ήρθε απλώς να τους τις παραχωρήσει και επίσημα ή τις απέκτησαν κατά τη διανομή ως ισχυροί με την πλημμελή εφαρμογή του νόμου. Ωστόσο, οι παραχωρήσεις εθνικών γαιών αφορούσαν στο μεγαλύτερό τους ποσοστό κλήρους μικρότερους των 10 στρεμμάτων. Επιπλέον, οι εθνικές γαίες που αποσπάστηκαν από τα ισχυρά κοινωνικά στρώματα, αν και ήταν οι πιο αποδοτικές, δεν ήταν συνεχείς, βρίσκονταν δηλαδή σε διάφορες θέσεις και συνήθως δεν ξεπερνούσαν τα 50 στρέμματα σε κάθε θέση.
Αποξήραση και συλλογή σταφίδας

Μετά το 1835 ακολούθησαν άλλοι νόμοι, όπως ο νόμος «περί της εκποιήσεως των εθνικών κτημάτων» του 1836 και ο νόμος «περί παραχωρήσεως εθνικών γαιών εις τους φαλαγγίτας» του 1838. Οι νόμοι αυτοί επέτρεψαν σε μικρούς και μεσαίους κτηματίες να συμμετάσχουν στη διαδικασία πλειστηριασμού των εθνικών κτημάτων. Τη συμμετοχή τους ευνοούσε ο διαφορετικός τρόπος φορολόγησης, δηλαδή η επαναφορά του φυσικού φόρου της δεκάτης και η δυνατότητα αποπληρωμής με γραμμάτια, τα λεγόμενα φαλαγγίτικα γραμμάτια. Το μειονέκτημα όμως ήταν ότι οι εκτάσεις αυτές βρίσκονταν μακριά από το αστικό κέντρο και το λιμάνι της Πάτρας και ήταν λιγότερο αποδοτικές.

Οι μελλοντικοί κάτοχοι των εκτάσεων αυτών για να μπορέσουν να αναπτύξουν οποιαδήποτε γεωργική εκμετάλλευση, έπρεπε πρώτα από όλα να τις εκχερσώσουν και να προετοιμάσουν το έδαφος για τη νέα καλλιέργεια (συνήθως σταφίδα, αλλά και ελιές, αμυγδαλιές κ.ά). Αυτό όμως απαιτούσε εργατικά χέρια και συνεχή προσπάθεια. Πράγματι, οι νέοι ιδιοκτήτες όταν εγκαθίσταντο σε κάποιο τμήμα εθνικής γης προέβαιναν στον ακόλουθο διακανονισμό: «ένας κεφαλαιούχος αγόραζε ορισμένη έκταση γης και την έδινε σε μια αγροτική οικογένεια για να την καλλιεργήσει. Το σύνολο των άλλων δαπανών και της εργασίας τα αναλάμβανε η οικογένεια, ωσότου η νέα φυτεία άρχιζε να καρποφορεί, δηλαδή για μια περίοδο περίπου έξι χρόνων. Τότε κατά τη συμφωνία τους μοίραζαν τη γη σε δύο ίσα τεμάχια, από τα οποία ένα έμενε στον αρχικό ιδιοκτήτη, δηλαδή στον κεφαλαιούχο, ενώ το άλλο παρέμενε στην οικογένεια των χωρικών, ως ελεύθερη πλέον ιδιοκτησία τους, έναντι της εργασίας και των δαπανών καλλιέργειας».

Δεν μπορούμε όμως να μιλήσουμε για μαζική κάθοδο των ορεινών πληθυσμών προς τα πεδινά και ενασχόληση με τη σταφιδοκαλλιέργεια ήδη από την πρώτη φάση των μετακινήσεων. Από τη μια, όπως δείχνουν οι απογραφές του πληθυσμού αλλά και τα στατιστικά στοιχεία για την παραγωγή και εξαγωγή της κορινθιακής σταφίδας, οι εποχιακοί εργάτες που δούλευαν στα κτήματα των γαιοκτημόνων μέχρι το 1851 ήταν λίγοι, συνήθως 5-6 άτομα σε κάθε θέση. Σε αυτούς πρέπει να προσθέσουμε  κάποιους ακόμα μικροϊδιοκτήτες. Από την άλλη, επειδή η σταφίδα αρχίζει να αποδίδει καρπούς μετά από έξι χρόνια και φτάνει στο μέγιστο της απόδοσης στα δεκαπέντε χρόνια, οι πρώτες φυτείες άρχισαν να βρίσκονται στο παραγωγικό στάδιο μετά το 1841 και ιδιαίτερα μετά το 1851, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων που αφορούσαν σε καταπατημένες εκτάσεις ή σε μικρές και ελάχιστα αποδοτικές εκτάσεις που ανήκαν σε κατοίκους των παλαιών χωριών.

Έπειτα, την άνοδο της σταφιδοκαλλιέργειας και την εγκατάσταση περισσότε­ρων οικογενειών στα πεδινά ανέκοψε η εμφάνιση της ασθένειας του μύκητα κατά το διάστημα 1850-1858 και ιδιαίτερα το 1852-1856. Πολλοί εποχιακοί εργάτες ή μικροϊδιοκτήτες εγκατέλειψαν τα κτήματά τους και επέστρεψαν στα ορεινά. Κερδισμένοι από την καταστροφή της σοδειάς βγήκαν ορισμένοι έμποροι που προαγόραζαν τον καρπό του επόμενου έτους αλλά και οι τοκογλύφοι. Η ασθένεια των σταφιδαμπέλων καταπολεμήθηκε βέβαια μερικά χρόνια αργότερα, αρχικά με τον περιορισμό του ύψους των δένδρων και μετά με το θειάφισμα. Παρόλα αυτά η κερδοσκοπία δεν έπαψε να υπάρχει καθώς ορισμένοι που έμαθαν, ότι η ασθένεια θεραπεύεται στην Ιταλία και αλλού, έσπευσαν να μεταφέρουν από εκεί μεγάλες ποσότητες θειάφι, το οποίο διέθεσαν ανεξέλεγκτα στη μαύρη αγορά.

Από το 1858 λοιπόν το σκηνικό αλλάζει. Η νέα αρχή που γίνεται για εγκατάσταση στην πεδιάδα φαίνεται πλέον καθαρά στην απογραφή του 1861, όπου παρουσιάζεται μια μικρή αύξηση πληθυσμού. Ο εποικισμός προχωρεί ακόμα περισσότερο μετά τη δημοσίευση των νόμων του 1863 και 1867 «περί εκποιήσεως των Εθνικών, Επισκοπικών και των εις τας διαλελυμένας Μονάς ανηκόντων φθαρτών κτημάτων». Τότε παραχωρούνται καλλιεργημένες εκτάσεις με σταφιδαμπέλους που ανήκαν στο Δημόσιο έναντι μικρού τιμήματος και με ευκολίες πληρωμής.

Η μαζική κάθοδος, λοιπόν, των ορεινών πληθυσμών και η ενασχόληση με τη σταφιδοκαλλιέργεια παρατηρείται μετά το 1871 που τέθηκε σε εφαρμογή η αγροτική μεταρρύθμιση και ιδιαίτερα μετά το 1877 που εντάθηκε η ζήτηση της σταφίδας στις αγορές του εξωτερικού. Ως γνωστόν, η ζήτηση της σταφίδας εντάθηκε στο διάστημα 1877-1893, όταν τα γαλλικά αμπέλια προσβλήθηκαν από φυλλοξήρα και η τιμή του ποιοτικού οίνου εκτοξεύτηκε στα ύψη. Τότε η Γαλλία άρχισε να εισάγει μεγάλες ποσότητες σταφίδας από την Ελλάδα για να καλύψει τις ανάγκες για παραγωγή κρασιού (δεύτερης ποιότητας). Η σταφίδα με τον υψηλότερο αλκοολικό βαθμό στη Μεσόγειο χρησιμοποιούταν ως υποκατάστατο του σταφυλιού είτε χλωρή για ανάμειξη ή ξερή και από αυτή παραγόταν ο λεγόμενος σταφιδίτης ή ξηροσταφιδίτης ή «ωδιβέρτειος» οίνος. Το 1893 τα γαλλικά αμπέλια θεραπεύτηκαν και η χώρα αυτή εφάρμοσε προστατευτικό δασμολόγιο με αποτέλεσμα να πέσει κατακόρυφα η ζήτηση της σταφίδας και να ξεσπάσει στην Ελλάδα η περίφημη «σταφιδική κρίση». Το διάστημα λοιπόν 1871-1893 χαρακτηρίζεται από την εντατική προσπάθεια μετατροπής ακαλλιέργητων ή και δασωδών εκτάσεων σε χώρους κατάλληλους για το φύτεμα της σταφίδας, αλλά είναι ταυτόχρονα και η «χρυσή εποχή» για τους σταφιδοκαλλιεργητές.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αγριαντώνη, Χ. 20012. H ελληνική οινοβιομηχανία τον 19ο αιώνα: από την αναζήτηση της ποιότητας στον σταφιδίτη. Στο Iστορία του ελληνικού κρασιού, B΄ Tριήμερο Eργασίας, Σαντορίνη, 7-9 Σεπτεμβρίου 1990, 133-144. Αθήνα: Πολιτιστικό Tεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ.
Αρώνη-Τσίχλη, Κ. 1997. Αγροτικοί αγώνες κατά τη σταφιδική κρίση 1893-1905. Τα Ιστορικά 14(26), 87-102.
Κουτρουβίδης, Σ. 2010. Συγκέντρωση γης και επενδυτικές πρακτικές στον δήμο Δύμης το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Τα Ιστορικά 52(Ιούνιος), 27-50.
Μούλιας, Χ.Α. 2000. Το λιμάνι της σταφίδας, Πάτρα 1828-1900. Εμπόριο, βιομηχανία, τράπεζες, ασφάλειες. Πάτρα: Περί Τεχνών.
Παπαγιαννόπουλος, Κ. 2009. Η δημιουργία των χωριών. Στο Βραχναίικα και Μονοδένδρι: Αρχαιολογία του Τοπίου και Τοπική Ιστορία, Κ. Παπαγιαννόπουλος (επιμ.), 105-134. Βραχναίικα: Δημοτική Επιχείρηση Πολιτιστικής Ανάπτυξης Βραχναιίκων/ Ινστιτούτο Τοπικής Ιστορίας (Ι.Τ.Ι.) & Ομάδα Αρχαιολογίας του Τοπίου (ΟΜ.ΑΡ.Τ.), Ιστορία Δυτικής Αχαΐας 3.
Πετρόπουλος, Ι. & Α. Κουμαριανού 1977. Το Ελληνικό κράτος από το 1833 ως το 1862: Περίοδος βασιλείας του Όθωνος 1833-1862. Στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 13, 8-105. Αθήναι: Εκδοτική Αθηνών.




Δευτέρα 13 Μαρτίου 2017

«Σταφιδαποθήκες Μπάρρυ», ένα κομμάτι της ιστορίας της Σταφίδας

Νίκη Ράλλη
Αρχαιολόγος - Ιστορικός



Σήμερα στέκει στο ανατολικό μέτωπο της Πάτρας ένα ιστορικό κτήριο, που κουβαλά την ιστορία ενός πολύ μεγάλου κεφαλαίου για την πόλη, αυτή της παραγωγής και του εμπορίου της σταφίδας, που για περισσότερο από έναν αιώνα εξύψωσε αλλά και ταλάνισε την κοινωνία της και που έδωσε την αίγλη αλλά κι επέφερε την παρακμή του λιμανιού της. Είναι το εργοστάσιο του σταφιδέμπορου Μπάρρυ, γνωστό ως «Σταφιδαποθήκες Μπάρρυ».

Το 1922, την περίοδο της Μικρασιατικής Καταστροφής, η οικογένεια Μπάρρυ κατέφτασε στην Ελλάδα αναζητώντας τη σωτηρία, αλλά και αφήνοντας πίσω της την εταιρία Barry Freres
Ήταν μία εταιρία που τουλάχιστον από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αι. εξήγαγε σταφίδες, σουλτανίνες, σύκα, κουκιά και βελανίδια προς τη Γαλλία, διατηρώντας μάλιστα αντιπροσώπους και στην πόλη των Πατρών. Αποτελούσε ήδη από το 1848 μία δραστήρια οικογένεια στη Σμύρνη, τη σκάλα της Ανατολής και κυριαρχούσε στο εμπόριο και τις συναλλαγές με όλα τα μεγάλα και λαμπρά ευρωπαϊκά λιμάνια.

Η οικογένεια Μπάρρυ έφτασε στην Πάτρα μαζί με τους άλλους πρόσφυγες, αλλά τα μέλη της έφυγαν στο εξωτερικό, που σίγουρα οι συνθήκες διαβίωσης ήταν πολύ καλύτερες από αυτές που επικρατούσαν στην ταλαιπωρημένη πολιτικά και οικονομικά Ελλάδα.

Μόνο ο Φρεντ, ένα από τα τρία παιδιά του Αδόλφου και της Ζερμαίν, επέστρεψε στην Πάτρα το 1927 μετά από τη φοίτησή του στο σχολείο του Παρισιού. Νόμιζε ότι επισκέφτηκε κάποια αποικία βλέποντας τις υποτυπώδεις υποδομές της πόλης και συγκρίνοντας τες με των άλλων ευρωπαϊκών πόλεων. Έμεινε ένα χρόνο στην Πάτρα κι επέστρεψε στη Γαλλία για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία. Το 1931 βρέθηκε και πάλι στην Πάτρα, όπου και αποφάσισε οριστικά να διαμείνει και να ασχοληθεί με το σταφιδεμπόριο. Αμέσως, άρχισε τις σημαντικές εμπορικές δραστηριότητες με το Λονδίνο, όπου και η οικογένειά του διατηρούσε υποκαταστήματα.

Εκείνη την εποχή νοίκιασε ένα κτήριο που δέσποζε στο λιμάνι της πόλης, ιδιοκτησίας της οικογένειας Καραμανδάνη κι έτσι ξεκίνησε το εμπόριο του «μαύρου χρυσού».
Το εργοστάσιο Μπάρρυ λειτούργησε με σημαντικές αντοχές στις κρίσεις της σταφίδας έως το 1940. Για τα επόμενα 15 χρόνια η οικογένεια εγκατέλειψε την πόλη για ασφάλεια, αφού την περίοδο της κατοχής το εργοστάσιο βομβαρδίστηκε και ο Φρεντ Μπάρρυ σώθηκε από το χρηματοκιβώτιό του, το οποίο τον προστάτευσε από την οβίδα που έπεσε στο χώρο του γραφείου του.

Το 1955 ο Φρεντ επέστρεψε στην Πάτρα με τη σύζυγό του Έλλη Τριάντη και παρά τις δυσμενείς συνθήκες που επικρατούσαν στο εμπόριο ο Οίκος Μπάρρυ λειτούργησε έως το 1986, όταν ο ίδιος αποφάσισε να αποσυρθεί κλείνοντας έναν μεγάλο κύκλο για την οικογένεια Μπάρρυ, που περισσότερο από ενάμιση αιώνα εμπορεύθηκε τον καρπό της σταφίδας.  
H οικογένεια Φρεντ Μπάρρυ στην Πάτρα

Από τον Ιούνιο του 1986 άρχισαν οι εργασίες συντήρησης του κτηρίου προκειμένου να λειτουργήσει ως χώρος του Διεθνούς Φεστιβάλ Πάτρας. Ο χώρος φιλοξένησε εκθέσεις και άλλα πολλά καλλιτεχνικά δρώμενα. Μάλιστα στον εκθεσιακό χώρο υπήρχαν πολλές από τις μηχανές και τα ξύλινα χειροποίητα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν οι εργάτες για την επεξεργασία του καρπού. Δυστυχώς, όταν τη δεκαετία του ’90 κατέρρευσε η στέγη του κτηρίου πολλά από αυτά καταστράφηκαν.   
Ο τελευταίος εργάτης του εργοστασίου κοιτάζει τα χαλάσματα λίγο πριν ξεκινήσουν οι εργασίες επισκευής του.

Σήμερα στις ιστορικές «Σταφιδαποθήκες Μπάρρυ» στεγάζεται η Δραματική Σχολή και τα γραφεία του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας. Λίγα στοιχεία είναι αυτά που μπορούν να σε πάνε πίσω, σε εκείνη την εποχή που οι εργάτες κατέκλυζαν το χώρο, φόρτωναν τη σταφίδα σε ξύλινα κιβώτια και τη μετέφεραν στο λιμάνι για να ταξιδέψει στα μεγάλα λιμάνια της δυτικής Ευρώπης.

 
 Το εσωτερικό του εργοστασίου μετά από την ανάδειξή του σε εκθεσιακό χώρο.
Ευχαριστώ θερμά τον Άλμπερτ Μπάρρυ για τις πληροφορίες που πολύ πρόθυμα μου έδωσε καθώς και τον Στάθη Χρυσικόπουλο για τη διάθεση του φωτογραφικού υλικού από το προσωπικό του αρχείο. 


Σάββατο 4 Μαρτίου 2017

American Beauty



Κωνσταντίνος Βιέννας
Φοιτητής Νομικής



Σύνοψη: Ο Λέστερ Μπέρναμ είναι ένας μεσήλικας που δεν έχει καμία προσδοκία από τη ζωή του. Ζει καταπιεσμένος από την αυταρχική σύζυγό του, Κάρολιν, και έχει αποξενωθεί από την έφηβη κόρη του, Τζέιν. Δύο τυχαία γεγονότα, όμως, ανατρέπουν την οικογενειακή ισορροπία, καθώς στο διπλανό σπίτι μετακομίζει η οικογένεια του πρώην στρατιωτικού Συνταγματάρχη Φιτς, ενώ ο Λέστερ ερωτεύεται την  Άντζελα, μία 17χρονη φίλη της κόρης του.
Με αφορμή τον έρωτα αυτόν, ο Λέστερ αποφασίζει να επαναστατήσει ενάντια στα κακώς κείμενα της ζωής του. Έτσι, παραιτείται από τη δουλειά του αφού αποσπάσει ένα μεγάλο ποσό εκβιάζοντας τον διευθυντή του, πιάνει δουλειά ως σερβιτόρος και ξεκινά να συμπεριφέρεται σαν έφηβος. Ταυτόχρονα, η κόρη του βρίσκει την απάντηση στις εφηβικές της ανασφάλειες ξεκινώντας έναν δεσμό με το γιο των Φιτς κι η σύζυγός του αποκτά μια εξωσυζυγική σχέση.
Μια παρανόηση όμως του Συνταγματάρχη για την ερωτική προτίμηση του γιου του, που, εκτός από εραστής της Τζέιν, είναι και φίλος του Λέστερ, θα αποτελέσει το έναυσμα για να ξεκινήσει μια σειρά από γεγονότα, που οι πρωταγωνιστές θα αποκαλύψουν τα μυστικά τους∙ καλούμενοι να αντιμετωπίσουν τις επιλογές τους και να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων, θα δείξουν τον πραγματικό εαυτό τους αλλάζοντας για πάντα τη ζωή των δύο οικογενειών με τρόπο απρόβλεπτο και δραματικό.

Αποτέλεσμα εικόνας για american beautyΠληροφορίες: Η ταινία προβλήθηκε το 1999. Το σενάριο υπογράφει ο Alan Ball, ενώ η σκηνοθεσία έγινε από τον Sam Mendes. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, τον Λέστερ ερμηνεύει ο Kevin Spacey, με την Annette Bening να υποδύεται την Κάρολιν. Οι Chris Cooper και Wes Bentley παίζουν, αντίστοιχα, τον Συνταγματάρχη και το γιο του.
Αντιδράσεις κοινού και κριτικών: Το «American Beauty» απέσπασε εξαιρετικές κριτικές και κέρδισε το κοινό, τόσο στις ΗΠΑ, όσο και στον υπόλοιπο κόσμο. Τα έσοδά της ταινίας ήταν 356,3 εκατ.$ και βρίσκεται στην 63η θέση των καλύτερων ταινιών στο imdb. Όσον αφορά τις διακρίσεις της, η ταινία κατάφερε να κερδίσει τρεις Χρυσές Σφαίρες, πέντε Όσκαρ και έξι BAFTA.
Γιατί να τη δείτε: Γιατί αναδεικνύει ως μόνη πηγή ευτυχίας το να ακολουθεί κανείς τα όνειρά του, όσο ανέφικτα ή παιδαριώδη δείχνουν αυτά, και όσο απρόβλεπτες ίσως είναι οι συνέπειές τους, μήνυμα αισιόδοξο και διαχρονικά επίκαιρο. Θυμίζει συγχρόνως πως ποτέ δεν είναι αργά για να προσπαθήσουμε να ανακτήσουμε τον χαμένο εαυτό μας και να απαλλαγούμε από όσα μας περιορίζουν. Ουσιαστικά, αποτελεί μια ωδή στην προσπάθεια του ανθρώπου να γίνει αυτό που ο ίδιος επιθυμεί και μια διαβεβαίωση προς τον θεατή πως η αλλαγή αυτή, αν πηγάζει αληθινά από μέσα του, θα επιτύχει το στόχο της.
Επιπλέον, η ταινία επιτίθεται στον μικροαστικό καθωσπρεπισμό των αμερικανικών προαστίων, στις κοινωνικές συμβάσεις, σε όλο αυτό το σύστημα που γεννά και επιβάλλει τους περιορισμούς των ονείρων μας. Καταδεικνύοντας την έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των ηρώων, προτάσσοντας τις αδυναμίες και αποκαλύπτοντας τους κρυφούς πόθους τους, το «American Beauty» αποδομεί τη σύγχρονη αμερικανική κοινωνία και, ακόμα σημαντικότερα, επιβεβαιώνει πως, πίσω από τα προσωπεία που ο καθένας μας φορά στο θέατρο της κοινωνίας, κρύβονται παλλόμενες καρδιές και μικρά ή μεγάλα ανθρώπινα δράματα, έτοιμα να βγουν στην επιφάνεια με τον χειρότερο τρόπο, αν δεν αντιμετωπιστούν εγκαίρως.
Στην κινηματογραφική ανάλυση της ταινίας, το σενάριο του Alan Ball ξεχωρίζει όχι μόνο για τον ωμό ρεαλισμό του, αλλά και για την μαεστρία με την οποία επιταχύνει την εναλλαγή των γεγονότων και οδηγεί το δράμα προς τη λύση του, μια λύση που, με τον τρόπο που επέρχεται, γεμάτη παραλογισμό, δεν επιφέρει απλώς την κάθαρση του πρωταγωνιστή, αλλά υπογράφει τελεσίδικα το επιμύθιο της ταινίας ενάντια στον κομφορμισμό και υπέρ της προσωπικής ελευθερίας. Αξιόλογη είναι και η σκηνοθεσία, με εντυπωσιακούς συμβολισμούς που προσφέρουν επιπλέον στοιχεία για την ταυτότητα καθενός εκ των ηρώων.
Τέλος, οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών είναι απολαυστικές, αφού όλο το καστ είναι υψηλότατου επιπέδου. Θα ήταν άδικο όμως να μην ξεχωρίσουμε τον απολαυστικό Kevin Spacey, που επικύρωσε με το «Αmerican Beauty» πως αποτελεί έναν από τους καλύτερους ηθοποιούς της γενιάς του, φωτίζοντας με αυτόν τον κυνικό ύφος (που χαρακτηρίζει πολλούς από τους χαρακτήρες που έχει υποδυθεί) τα βάθη της ψυχής του Λέστερ Μπέρναμ.

Απολαύστε την!