Τετάρτη 10 Μαΐου 2017

Οι αποθήκες των ονείρων


Η κρατική παρέμβαση για τη σταφίδα, η προϊστορία και η λειτουργία του Οργανισμού

Του Δημήτρη Στεμπίλη,
Δημοσιογράφου, MSc Σύγχρονης Ιστορίας και Διεθνών Σχέσεων


Από μικρό παιδί, είτε πηγαίνοντας στο σχολείο, που περνούσα μπροστά από κάτι τεράστιες, όπως μου φαίνονταν τότε, αποθήκες, είτε πηγαίνοντας από την Κάτω Αχαΐα στην Πάτρα, που παρατηρούσα στο ύψος του Αλισσού ένα μπλοκ αποθηκών, είτε επειδή την περίοδο του τρύγου ο παππούς μού κρατούσε το καλύτερο τσαμπί, γνώρισα τη σταφίδα και άκουσα το αρκτικόλεξο ΑΣΟ. Ενήλικος πια, τα «Πριμαρόλια» της Αθηνάς Κακούρη μου κίνησαν εκ νέου το ενδιαφέρον για το ελληνικό μαύρο χρυσάφι.
Από τα πρώτα χρόνια του νέου ελληνικού κράτους το ζήτημα της διανομής γης και συγκεκριμένα των «εθνικών γαιών» αποτέλεσε το κύριο αίτημα σε οικονομία και κοινωνία, κατεξοχήν αγροτική. Το νεοσύστατο και φτωχό μικρό ελληνικό βασίλειο, με νομοθετικές, αν και σπασμωδικές, πρωτοβουλίες προσπάθησε μέχρι το 1871, που έγινε μεγάλης έκτασης εκχώρηση των «εθνικών γαιών», να δώσει λύσεις στο μεγάλο αυτό ζήτημα. Το 1835, με την εφαρμογή του νόμου Περί προικοδοτήσεως των ελληνικών οικογενειών, πωλούνται σε ιδιώτες σημαντικές εκτάσεις των «εθνικών γαιών». Η καλλιέργεια της σταφίδας αρχίζει αργά αλλά σταθερά να μονοπωλεί την αγροτική παραγωγή. Το 1851 η παραγωγή κορινθιακής σταφίδας φτάνει τους 26.000 τόνους, ενώ 12 χρόνια αργότερα, το 1863, θα φτάσει τους 58.000 τόνους, ποσότητα που αντιστοιχούσε στο 60% των ελληνικών εξαγωγών και ισοδυναμούσε με το 160% της αξίας του εισαγόμενου σίτου και με περισσότερο από το 80% της αξίας της εθνικής σιτοπαραγωγής.1


Σιδηροδρομικός σταθμός Κάτω Αχαΐα 

Η επιτυχία της σταφίδας ως εξαγωγικού προϊόντος θα κατευθύνει τους Έλληνες παραγωγούς της Βόρειας και Δυτικής Πελοποννήσου στη μονοκαλλιέργεια και το ελληνικό εξωτερικό εμπόριο στο μονοεξαγωγικό μοντέλο, με πολλαπλά αποτελέσματα για όλη την ελληνική κοινωνία. Το εξαγωγικό εμπόριο θα «χρηματοδοτήσει» τον εποικισμό της ΒΔ Πελοποννήσου, κάτι, ωστόσο, που δεν αποτελεί μόνο ελληνικό φαινόμενο. Ο μεγάλος Γάλλος ιστορικός Fernand Braudel στο έργο του για τη Μεσόγειο έχει επισημάνει ότι «εξαγωγικές μονοκαλλιέργειες, όπως ο καπνός, το βαμβάκι και άλλα εξαγωγικά προϊόντα, αποτέλεσαν το βασικό κίνητρο και έδωσαν την ώθηση για τον εποικισμό πολλών παραθαλάσσιων πεδιάδων που διαφορετικά θα ήταν ανέφικτο».2
Το κλείσιμο της γαλλικής αγοράς στα τέλη του 1892 και η ανάκαμψη το 1893 των γαλλικών αμπελώνων θα οδηγήσουν, όπως είναι γνωστό, στη σταφιδική κρίση, που αποτελεί και μια από τις κύριες αιτίες της πτώχευσης του ελληνικού κράτους την ίδια χρονιά. Το μόνο ευχάριστο είναι ότι θα σταθεί πηγή έμπνευσης για τον σατιρικό ποιητή Γεώργιο Σουρή, που θα γράψει:
«Κι αν λείψει κάθε φόρος της, κι ας βάλουν πιο μεγάλο
Εγώ ποτέ στο στόμα μου σταφίδα δεν θα βάλω
Και ούτε θέλω να την δω ποτέ μου σε τραπέζι
Κι ας κάνουν μόνο με αυτήν πουτίγκες οι Εγγλέζοι».3
Το ξέσπασμα της κρίσης και οι βαριές συνέπειές της, που φάνηκαν από την πρώτη στιγμή, θα δημιουργήσουν την ανάγκη για άμεση κρατική παρέμβαση. Πρώτο και σημαντικότερο μέτρο, που λαμβάνεται το 1895 και θα αποτελέσει το εργαλείο και τη βάση για όλες τις λύσεις που θα ακολουθήσουν αναφορικά με το σταφιδικό ζήτημα, ήταν το «παρακράτημα», ένας εξαγωγικός φόρος πληρωτέος σε είδος από τις εξαγωγές.4 Το Ελληνικό Δημόσιο παρακρατούσε κάθε χρόνο το 10%-25% στην εξαγωγή του προϊόντος για να αντιμετωπίσει την υπερπροσφορά. Το ποσοστό του παρακρατήματος οριζόταν κάθε χρονιά, το παρακρατούμενο προϊόν αποθηκευόταν και στη συνέχεια το αγόραζαν σε συμφέρουσα τομή οι βιομηχανίες οίνου και οινοπνεύματος.5 Το παρακράτημα θα αποτελέσει στοιχείο αντιπαράθεσης σε όλες τις φάσεις του σταφιδικού ζητήματος και θα καθορίσει την πολιτική των οργανισμών παρέμβασης για τη σταφίδα που βρίσκονταν έμμεσα υπό την εποπτεία του κράτους, το οποίο σε όλο τον 19o αιώνα είχε τον άμεσο έλεγχο της σταφίδας.

«Σταφιδική Τράπεζα» και «Ενιαία»
Το 1899 τη διαχείριση του παρακρατήματος θα αναλάβει η βραχύχρονης διάρκειας «Σταφιδική Τράπεζα». Ο πιστωτικός αυτός οργανισμός διαχειριζόταν κρατικά κεφάλαια με σκοπό τη χορήγηση πιστώσεων με ευνοϊκούς όρους. Το 1903 έγινε προσπάθεια να εγγυηθεί ελάχιστη τιμή στους σταφιδοπαραγωγούς, ωστόσο δεν ευοδώθηκε κυρίως λόγω της έλλειψης κεφαλαίων. Άλλος βασικός λόγος για την αποτυχία της «Σταφιδικής Τράπεζας» ήταν η απειρία της διοίκησής της και το γεγονός ότι δεν αντιδρούσε στις εξαιρετικά έντονες πολιτικές πιέσεις και την κομματική συναλλαγή.6
Στις 17 Ιουλίου 1905 ιδρύεται η «Προνομιούχος Εταιρία προς προστασίαν της παραγωγής και της εμπορίας της σταφίδος», η «Ενιαία» όπως έχει μείνει γνωστή. Η «Ενιαία» ήταν ιδιωτικού χαρακτήρα και συστήθηκε με κεφάλαια ομογενών κεφαλαιούχων οργανωμένων γύρω από την Τράπεζα Αθηνών, καθώς και Γάλλων και Βρετανών τραπεζιτών, που είχαν και την πλειοψηφία των μετοχών. Αναλάμβανε για 20 χρόνια και έναντι συμβατικών ανταλλαγμάτων την ασφάλιση της σταφιδαγοράς κατά της πτώσης των τιμών της σταφίδας πέραν κάποιων συγκεκριμένων ορίων.
Η λειτουργία και πρακτική της «Ενιαίας», που ουσιαστικά εξαρτιόταν από την πολιτική της Τράπεζας Αθηνών, προκαλούσε σημαντικές αντιδράσεις, κυρίως από τους σταφιδοπαραγωγούς. Αυτό που αποκαλούν επιτυχία της «Ενιαίας», ότι έδινε το παρακράτημα σε χαμηλή τιμή στην Εταιρεία Οίνων και Οινοπνευμάτων, που επίσης ανήκε στον όμιλο της Τράπεζας Αθηνών, για παραγωγή κρασιού και ποτών προς εξαγωγή, καθήλωσε τόσο τους σταφιδοπαραγωγούς όσο και τους σταφιδεμπόρους. Η «Ενιαία», άλλωστε, τη δεύτερη δεκαετία της ζωής της απολάμβανε μόνο τα δικαιώματά της, χωρίς να τηρεί τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Έτσι, το 1914-1915 διεξάγεται κοινοβουλευτική έρευνα για αντικατάσταση της «Ενιαίας» από μη κερδοσκοπικό οργανισμό. Στο Γ΄ Πανελλήνιον Αγροτικόν Συνέδριον, που διεξήχθη στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 1924, αντιπρόσωποι των συνεταιρισμών και διοικούντες των Πανελλήνιων Ομοσπονδιών των Γεωργικών Συνεταιρισμών ασκούν πολεμική κατά της «Ενιαίας» και ζητούν την ίδρυση νέου Οργανισμού.7 Ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Παπαναστασίου και ο υπουργός Γεωργίας Αλέξανδρος Μυλωνάς, που πιστεύουν στο συνεταιριστικό κίνημα, θα δρομολογήσουν τη διάδοχη κατάσταση.
Έπειτα από περίπου 20 χρόνια εκμετάλλευσης των παραγωγών, δημιουργίας πελατειακού συστήματος και ενίσχυσης κυρίως της Τράπεζας Αθηνών, το κράτος θα κηρύξει έκπτωτη την «Ενιαία». Την περίοδο 1924-1925 τη διαχείριση του παρακρατήματος θα αναλάβει η Εθνική Τράπεζα, μέχρι την ίδρυση του Αυτόνομου Σταφιδικού Οργανισμού (ΑΣΟ).

ΑΣΟ: Ο «ακροβάτης» της ελληνικής οικονομίας του Μεσοπολέμου
Η περίοδος του Μεσοπολέμου σε ό,τι αφορά στο σταφιδικό ζήτημα μπορεί να παρομοιαστεί με τη στερέωση και την αποκατάσταση ενός οικοδομήματος μετά από έναν καταστροφικό σεισμό, που όλοι γνωρίζουν ότι δεν θα πέσει μεν, αποκλείεται όμως να επανέλθει στην προτεραία του κατάσταση. Η δεινή οικονομική κατάσταση, η αγροτική μεταρρύθμιση και η ανάγκη αποκατάστασης των προσφύγων δημιούργησαν την ανάγκη για την ίδρυση κρατικών οργανισμών παρέμβασης για τη διοχέτευση της αγροτικής παραγωγής στην ελεύθερη αγορά, υπερπηδώντας το ενδιάμεσο στάδιο της εκμετάλλευσης από τους εμπόρους. Σε αυτή τη συγκυρία και λόγω των προσδοκιών για ενδεχόμενη επιστροφή στις παλιές καλές ημέρες δημιουργήθηκε το 1925 ο ΑΣΟ.
Ο ΑΣΟ ήταν ένα κράμα τριτοβάθμιας συνεταιριστικής οργάνωσης και εταιρικής ένωσης τύπου καρτέλ με νομική μορφή δημοσίου προσώπου κοινωφελούς σκοπού. Ο Β. Σιμωνίδης, πρώτος γενικός διευθυντής του Οργανισμού, μας δίνει έναν επιστημονικό ορισμό: ο ΑΣΟ είναι «αυτοτελής, χαρακτήρος υποχρεωτικού συνεταιρισμού οικονομική οργάνωσις της παραγωγής, ενεργούσα εκ παραλλήλου ως γεωργικόν Ταμείον Προνοίας, ως Καρτέλ ρυθμίζον την αγοράν, ως Συνδικάτον από κοινού εκμεταλλεύσεως, ως προστασία και συστηματοποίησις της εξαγωγής και διαδόσεως του προϊόντος, και ως Κεντρική τριτοβάθμιος συνεταιριστική οργάνωσις των σταφιδοπαραγωγών, υπό των οποίων και διοικείται κατά την σχετικώς μείζονα μερίδα, μετεχόντων εν τη διοικήσει και άλλων ενδιαφερομένων εις την διαχείρισιν του σταφιδικού παραγόντων, του δε Κράτους συμπράττοντος εις την εκτέλεσιν των πράξεων και αντιπροσωπευομένου εις την διοίκησιν της οργανώσεως, εποπτεύοντος δε και ελέγχοντος την όλην αυτής λειτουργίαν, λόγω των σπουδαίων διά την οικονομίαν της χώρας προνομίων τα οποία έχει ο Οργανισμός, διαδεχθείς την Προνομιούχον Ανώνυμον Εταιρίαν “Ενιαίαν”».8
Κύρια αποστολή του ΑΣΟ ήταν η εξισορρόπηση της προσφοράς προς τη ζήτηση της κορινθιακής σταφίδας «δι’ αγοράς ή παρακρατήσεως του πλεονάσματος», η διαφήμιση του προϊόντος και η εμπορική του αξιοποίηση και προώθηση. Ο Οργανισμός όφειλε να ασφαλίζει το προϊόν του συνεταιρισμού και μεριμνούσε για την οινοποίηση της χλωρής σταφίδας.9 Επιπλέον, ο ΑΣΟ, ως τριτοβάθμια συνεταιριστική οργάνωση, έπρεπε να ενισχύσει την τάση προς συνεταιριστική αποθήκευση και επεξεργασία του προϊόντος.10. Έτσι θα αρχίσει, έστω και με δυσκολίες, να επεκτείνεται το δίκτυο των αποθηκών σε όλη την Ελλάδα.
Αποθήκη ΑΣΟ στην Κάτω Αχαΐα σήμερα

Ένας από τους βασικούς επίσης σκοπούς του ΑΣΟ ήταν, όπως προαναφέραμε, η διαφήμιση. Σε μια περίοδο που η κατανάλωση και η ζήτηση της κορινθιακής σταφίδας είχαν μειωθεί «Η διαφήμισις της σταφίδος επιβάλλεται έστω και μόνον του σκοπού της διατηρήσεως της υπάρχουσας καταναλώσεως».11 Είχε προηγηθεί, σημειωτέον, η πλήρης παραμέληση του ζητήματος της διαφήμισης από την «Ενιαία», όπως αυτό προκύπτει από την εξώδικο δήλωση του εντεταλμένου συμβούλου του ΑΣΟ Β. Σιμωνίδη προς τους εκκαθαριστές της.12 Η διαφημιστική ενεργοποίηση του ΑΣΟ υπήρξε έντονη. Όσον αφορά στο εξωτερικό, η διαφήμιση στράφηκε κυρίως σε Αγγλία και Γερμανία. Στην Αγγλία επιλέχθηκε ο διαφημιστικός οίκος «Mother and Crowther» με τη μεσολάβηση της ελληνικής πρεσβείας στο Λονδίνο και του Έλληνα πρέσβη Κακλαμάνου και με διαφημιστικό σλόγκαν «Eat more Fruits».13 Στη δε Γερμανία το 1927 εκτυπώθηκαν και αναρτήθηκαν σε όλα τα αρτοποιεία με σύσταση των Germana (Σύνδεσμος Γερμανών Αρτοποιών) 80.000 διαφημιστικοί πίνακες με την επιγραφή «Korinthen geback ist nahr haft» (τα γλυκά από σταφίδα είναι θρεπτικά). Για τη διαφήμιση της σταφίδας το 1928 θα υιοθετηθούν κι άλλες δράσεις, όπως η παρουσία σε διεθνείς εκθέσεις, η απευθείας ενημέρωση των νοικοκυρών κ.ά.14 Το έτος 1929-1930 το συνολικό ποσό των διαφημιστικών πιστώσεων που θα εγκριθούν θα φτάσει τις 84.350 λίρες Αγγλίας, με τις 60.000 για τη βρετανική αγορά και τις 10.950 για τη γερμανική.15
Η διαφήμιση για τη σταφίδα από τον ΑΣΟ θα ακολουθήσει τις δυσμενείς οικονομικές εξελίξεις των πρώτων χρόνων της δεκαετίας τους 1930, καθώς και την υποχώρηση της αυτονομίας του ΑΣΟ υπέρ της Εθνικής Τράπεζας. Ο Δημήτριος Κόλλας, γιος του Μιχαήλ Κόλλα, ιδρυτή του μεγάλου εμπορικού σταφιδικού οίκου με υποκατάστημα στο Λονδίνο, με επιστολή του που έχει ημερομηνία 14 Απριλίου 1931 εκφράζει την ανησυχία του στον Παναγή Βουρλούμη, υπουργό Εθνικής Οικονομίας της κυβέρνησης Βενιζέλου και σταφιδοεξαγωγέα, για τον περιορισμό της διαφήμισης.
 Από τον Ιούλιο του 1931 θα υπάρξει δραστική περικοπή των δραστηριοτήτων του ΑΣΟ.16


Ο ΑΣΟ, παρά τις όποιες επικρίσεις, κατάφερε το πρώτο διάστημα της λειτουργίας του να εξισορροπήσει τα πράγματα και να βοηθήσει στο μέτρο του δυνατού τους σταφιδοπαραγωγούς. Αυτό φαίνεται και από την έντονη αντίδραση των εμπόρων-βιομηχάνων σταφίδας που ξεκινά το 1927. Ενδεικτικό παράδειγμα της προσπάθειας δημιουργίας κλίματος εναντίον του ΑΣΟ είναι η ερώτηση που κατέθεσαν στη Βουλή για δήθεν «αντεθνική και αντιβιομηχανική ενέργεια» του διευθυντή του ΑΣΟ Β. Σιμωνίδη οι άσχετοι με την κορινθιακή σταφίδα βουλευτές Μυτιλήνης Καραπαναγιώτης και Λαίλιος, Αθηνών Λαδάς και Μπαμπάκος και Έβρου Χατζηλίας. Το 1927 είναι μια χρονιά που θα υπάρξει μεγάλη διαμάχη ανάμεσα σε αγρότες και εμπόρους-βιομηχάνους.17 Σύμφωνα δε με τον Σιμωνίδη «Μόνον οι ωργανωμένοι σταφιδοπαραγωγοί, περιέβαλλον ευθύς εξαρχής το νεαρόν ίδρυμα με απόλυτην εμπιστοσύνην και φανατικήν υποστήριξιν, παρ’ όλας τας αντιδράσεις και παρ’ όλας τας διαφοράς των ενδιαφερομένων».18
Ο ΑΣΟ δεν θα καταφέρει να ξεπεράσει τις αντιφάσεις της ελληνικής οικονομίας και πολιτικής. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε ένα προσχέδιο λόγου του Παναγή Βουρλούμη ο υπουργός έχει ανθολογήσει δύο αποσπάσματα από λόγο του Τρικούπη με ημερομηνία 4 Φεβρουαρίου 1894, που από τη μια αναφέρει ότι «ουδ’ επιτρέπεται εις την Πολιτείαν να παρεμβαίνη κανονίζουσα αύτη τους τρόπους καθ’ ους θ’ αναπτύσσηται εν τη Χώρα η παραγωγή είτε η γεωργική είτε η βιομηχανική είτε η εμπορική, ουδ’ είναι εφικτόν εις την Πολιτείαν και να επιχειρήση τοιούτον τι να εκτελέση» και από την άλλη ότι «Δεν πρέπει η Πολιτεία ν’ αφήση έκθετον την παραγωγήν εις τας ιδίας αυτής δυνάμεις (...) Η σταφιδάμπελος αφιεμένη εις την πρόνοιαν των ιδιοκτητλων, ήθελε καταστραφή».19
Η κυβέρνηση Βενιζέλου και ο Παναγής Βουρλούμης θα προωθήσουν τη συνεργασία του ΑΣΟ με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, κάτι που θα οδηγήσει στον έλεγχο και την εκμετάλλευση του σταφιδικού οργανισμού από το πιστωτικό ίδρυμα. Με έγγραφο της 19ης Απριλίου 1930 ο Βουρλούμης ανακοινώνει ότι η κυβέρνηση «προήλθεν εις συμφωνίαν μετά της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, ήτις αναλαμβάνη την χρηματοδότησιν υμών προς εκπλήρωσιν των υποχρεώσεών σας και εις ποσόν επιτρέπον την εξασφάλισιν της τιμής αγοράς πλεονασμάτων των δραχμών τουλάχιστον δύο χιλιάδων κατά ενετικόν χιλιόλιτρον». Στον πρώτο όρο μάλιστα αναφέρει ότι «Παραχωρείται εκ μέρους του Κράτους εις την Εθνικήν Τράπεζαν το δικαίωμα “πρωτοπραξίας” των απαιτήσεων αυτής έναντι του ΑΣΟ προτιμωμένων εν περιπτώσει εκτελέσεως των απαιτήσεων του Δημοσίου»!20
Ο ΑΣΟ θα εξελιχθεί με τον καιρό σε πεδίο μάχης μεταξύ σταφιδοπαραγωγών και σταφιδεμπόρων, ενώ τη διετία 1934-1935 θα διοργανωθούν συλλαλητήρια που συγκρίνονται με αυτά του 1893-1903. Τον Αύγουστο του 1935, στην Πελοπόννησο και κυρίως στη Μεσσηνία θα γίνουν διαδηλώσεις και επεισόδια που θα βαφτούν με αίμα. Ήδη όμως η σταφίδα έχει πάρει οριστικά την κατιούσα και στον Μεσοπόλεμο ο καπνός αποτελεί πια την αιχμή του δόρατος στις ελληνικές εξαγωγές, κυρίως προς τη Γερμανία...

Στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ) έχει κατατεθεί το Αρχείο του χημικού και επιθεωρητή του ΑΣΟ Παναγιώτη Λεονταρίτη. Τα έγγραφα που περιλαμβάνει αποτελούν κυρίως υπηρεσιακές αναφορές του, αφού κάνει ελέγχους σε όλη την Ελλάδα, ενώ υπάρχουν επίσης υπηρεσιακά έγγραφα που αφορούν στη διοικητική του εξέλιξη ή σε αιτήματα που έχει υποβάλει προς την υπηρεσία του. Ανάμεσα σ’ αυτά υπάρχουν αναφορές από την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου. Σε έγγραφό του προς τη διοίκηση του ΑΣΟ με ημερομηνία 17 Ιουνίου 1946 κατηγορεί, χωρίς να τεκμηριώνει τις αιτιάσεις του, ότι στην επιθεώρηση που έκαναν την προηγούμενη χρονιά (!) είχε «διαρπαγεί» από το ΕΑΜ το σύνολο της Σούμας από το υποκατάστημα Πύργου, καθώς και 20 βαρέλια από το υποκατάστημα Λεχαινών. Χωρίς να μπορούμε να βγάλουμε ασφαλή συμπεράσματα για τις προθέσεις του επιθεωρητή, το πνεύμα της αναφοράς σχετίζεται κατά πάσα πιθανότητα με την ατμόσφαιρα του Εμφυλίου, που έχει ήδη ξεσπάσει.
1. Αλέξης Φραγκιάδης, Ελληνική οικονομία 19ος-20ός αιώνας, Από τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση της Ευρώπης, Νεφέλη Ιστορία, Αθήνα 2007, σελ. 75.
2. Ό.π., σελ. 77.
3. https://sarantakos.wordpress.com/2011/08/08/stafida/
4. Mark Mazower, Η Ελλάδα και η οικονομική κρίση του Μεσοπολέμου, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2002, σελ. 117-118.
5. Αλέξης Φραγκιάδης, ό.π., σελ. 87.
6. Αλέξης Φραγκιάδης, ό.π., σελ. 87 και Ο Αυτόνομος Σταφιδικός Οργανισμός και αι εργασίαι του κατά το πρώτο έτος 1925-1926, Μελέτη του Β. Σιμωνίδη, Γενικού Διευθυντού του Σταφιδικού Οργανισμού, μετά στατιστικών πινάκων και γραφικών διαγραμμάτων, Αθήναι 1927.
7. Β. Σιμωνίδης, ό.π.
8. Ό.π., σελ. 49.
9. Οικονομική ιστορία του Ελληνικού Μεσοπολέμου, Αγροτική οικονομία, Κρατικές παρεμβάσεις, ιστοσελίδα Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού, http://www.ime.gr/projects/interwar_economy/gr/opsis_oikonomias/index313.html.
10. Β. Σιμωνίδης, ό.π., σελ. 123.
11. Β. Σιμωνίδης, ό.π., σελ. 82.
12. Έγγραφο με ημερομηνία 31 Αυγούστου 1925, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος, Ψηφιακό Αρχείο.
13. Β. Σιμωνίδης, ό.π., σελ. 84.
14. Η ιστορία της Σταφίδας, Μια πριγκίπισσα στο διάβα των αιώνων, εκδόσεις Έφεσος, Κουνινιώτης 1876, σελ. 158.
15. Αρχείο Παναγή Βουρλούμη, Φ. 1, Σταφιδικά – ΑΣΟ / υπουργός Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικά ΑΣΟ, Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο – ΕΛΙΑ.
16. Ό.π.
17. Αριστ. Ν. Κλήμη, Οι συνεταιρισμοί στην Ελλάδα, Ιστορική αναστήλωση - παρουσίαση μέσα στην καθημερινή πραγματικότητα και ανθολογία από τα βασικά - χαρακτηριστικά κείμενα, τόμος δεύτερος, 1923-1934/35, Από τη Μικρασιατική Καταστροφή μέχρι την ίδρυση της Πανελληνίου Ομοσπονδίας Γεωργικών Συνεταιρισμών, έκδοση της ΠΑΣΕΓΕΣ, Αθήνα 1988.
18. Β. Σιμωνίδης, ό.π.
19. Αρχείο Παναγή Βουρλούμη, ό.π.
20. Αρχείο Παναγή Βουρλούμη, ό.π.





Τρίτη 9 Μαΐου 2017

Η εκδήλωση με θέμα :«H Αχαΐα της Σταφίδας»


Κατάμεστο ήταν την Κυριακή το βράδυ το Θέατρο Μπάρι στην εκδήλωση με θέμα «Η Αχαΐα της σταφίδας».



Στην εκδήλωση μίλησαν ο ιστορικός Βασίλης Κ. Λάζαρης, ο δικηγόρος, ιστορικός ερευνητής και συγγραφέας Χρήστος Αθαν. Μούλιας, ο Δρ Ιστορίας Στάθης Κουτρουβίδης (Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων) και ο απόγονος του σταφιδέμπορα Φρέντ Μπάρρυ, ο Άλμπερτ, ο οποίος επέστρεψε μετά από περισσότερα από 30 χρόνια στο χώρο των σταφιδαποθηκών/εργοστασίου που διατηρούσε παλαιότερα στον ομώνυμο χώρο η οικογένειά του και που σήμερα στεγάζει τη Δραματική Σχολή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας. Τον συντονισμό της εκδήλωσης είχε η δημοσιογράφος Λίνα Μπάστα.
Οι ομιλητές έκαναν μία ιστορική αναδρομή στα γεγονότα που σχετίζονταν με την παραγωγή και διακίνηση της σταφίδας σε τοπικό επίπεδο και στις πολύπλευρες επιπτώσεις, θετικές και αρνητικές, που βίωσε η περιοχή από την κατεξοχήν ασχολία με το προϊόν για περισσότερο από έναν αιώνα. Μεταξύ άλλων τόνισαν ότι το λιμάνι της Πάτρας υπήρξε το κατεξοχήν λιμάνι του εμπορίου του προϊόντος, ότι η σταφίδα προκάλεσε ένοπλες εξεγέρσεις και κλόνισε κυβερνήσεις, γνώρισε κύκλους ακμής και παρακμής και δημιούργησε τρία εσωτερικά μεταναστευτικά κύματα από τα ορεινά του νομού μας προς τις πεδινές σταφιδοπαραγωγικές περιοχές, συμβάλλοντας έτσι στη δημιουργία νέων παράλιων οικισμών. Ο Άλμπερτ Μπάρρυ συναισθηματικά φορτισμένος, θυμήθηκε γεγονότα από την παιδική του ηλικία στο εργοστάσιο και έδωσε βιωματικές πληροφορίες από την παραγωγή, την επεξεργασία και τη διακίνηση του «χρυσού» της σταφίδας.

Το ηλεκτρονικό περιοδικό ΠΟΛΙΤΕΙΑ ευχαριστεί όλους όσους βοήθησαν στην επιτυχία της εκδήλωσης και ιδιαίτερα το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. για την παραχώρηση του Θεάτρου, στο εμβληματικό άλλοτε κτήριο για την ιστορία της σταφίδας στην πόλη και ενημερώνει ότι θα ακολουθήσουν και άλλες θεματικές εκδηλώσεις που θα προβάλλουν κοινωνικά, ιστορικά, πολιτιστικά και άλλα θέματα τοπικού ενδιαφέροντος.
Οι φωτογραφίες και τα video από την εκδήλωση είναι του Γιάννη Ντάρλα.

Σάββατο 6 Μαΐου 2017

Η τραγωδία του 12ου Συντάγματος της Πάτρας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Του ιστορικού Βασίλη Κ. Λάζαρη

Θα προσπαθήσω να προβάλω ένα γεγονός, ελάχιστα ίσως γνωστό, που διαδραματίστηκε στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και αφορά το 12ο Σύνταγμα της Πάτρας. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στην εξέγερση ενός μεγάλου τμήματος του συντάγματος αυτού και στην άρνησή του να εξακολουθήσει να μάχεται υπερασπιζόμενο τα συμφέροντα των ιμπεριαλιστών της Αντάντ – σε ένα ανοργάνωτο ωστόσο εγχείρημα, που είχε τραγική εξέλιξη.

Όπως είναι γνωστό, την 1η Αυγούστου του 1914 άρχισε η πολύνεκρη στρατιωτική αναμέτρηση ανάμεσα στη Συμμαχία των Κεντρικών δυνάμεων, με επικεφαλής την στρατοκρατική Γερμανία, και στην Τριπλή Συνεννόηση, με προεξάρχοντα τον αγγλογαλλικό παράγοντα. Δε επρόκειτο δε για κάποια από τις συνηθισμένες πολεμικές συγκρούσεις εκείνης της εποχής, αλλά για ένα γεγονός με κοσμογονικές συνέπειες – όπως άλλωστε είχε επισημάνει τότε ο πατραϊκός «Νεολόγος», ο οποίος υπογράμμιζε ανάμεσα σε άλλα και τα εξής προφητικά σε σχετικό άρθρο του:

«Ότι ο φρικαλέος πόλεμος, οιαδήποτε και αν θα είναι η έκβασίς του, υπάρχει φόβος να παρακολουθηθεί υπό λαϊκών εξεγέρσεων, συνταρακτικών τού παντός, μόνον ίσως οι εργάται της τρομεράς τραγωδίας δεν το προϋπελόγισαν. Αλλά οι μελετώντες βαθύτερον τα πράγματα της Ευρώπης από της κοινωνικής και πολιτικής αυτών απόψεως, οι γιγνώσκοντες, ότι οι λαοί διέρχονται περίοδον οξυτάτης δυσφορίας και υπερτάτου ηθικού καμάτου, αυτοί εκφράζουσι σοβαρούς φόβους, ότι ο αγών δεν θα τερματισθή είτε διά της νίκης της Τριπλής Συμμαχίας είτε δι’ εκείνης της Τριπλής Συνεννοήσεως και ότι απλώς θα μετατοπισθή επί του εσωτερικού επιπέδου ουχί μόνον των ηττημένων αλλά και των νικητών».[1]

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος βρήκε την Ελλάδα ουσιαστικά διχασμένη εξαιτίας της αντίθεσης, που είχε αρχίσει να εκφράζεται με ιδιαίτερα έντονο τρόπο ανάμεσα στον αστισμό και στην ολιγαρχία – μιας αντίθεσης, που προβαλλόταν με τις δραστηριότητες των κοινωνικών εκείνων δυνάμεων, επικεφαλής των οποίων είχαν αντίστοιχα τεθεί ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Κωνσταντίνος Γλύξμπουργκ μαζί με τον Δημήτριο Γούναρη και τους πολιτικούς φίλους του. Ο ελληνικός αστισμός επιζητούσε ήδη την προσαρμογή των ελληνικών πραγμάτων στις νέες γενικότερες συνθήκες, γεγονός που επέβαλλε ορισμένες ανανεώσεις, ενώ η ολιγαρχία επέμενε στην διατήρηση των απηρχαιωμένων καταστάσεων σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής.

Δελτάρια Γάλλων στρατιωτών από τη Θεσσαλονίκη με σφραγίδες αποστολής της Γαλλικής Στρατιάς του Οριέντ (1916).


Ο αστισμός εντούτοις δεν είχε προχωρήσει σε προσπάθειες, που θα οδηγούσαν στην οριστική εξουδετέρωση των αντιπάλων του. Αντίθετα, συμβιβασμένος απαρχής με την ιδέα της συνεργασίας του με την πολιτική αντίθεσή του, είχε αφήσει να παραμείνουν κάτω από τον απόλυτο έλεγχο των φυσικών του εχθρών θέσεις και υπηρεσίες πολύ μεγάλης σπουδαιότητας, οι οποίες και επέτρεψαν στον συντηρητισμό να περάσει στην αντεπίθεση, με τελικό αποτέλεσμα τον διχασμό του λαού και την καταστροφή της χώρας.

Η εγχώρια αστική τάξη, που τα συμφέροντά της εξέφραζε κατά πρώτο λόγο το κόμμα των Φιλελευθέρων και η οποία ήταν δεμένη με στενούς δεσμούς εξάρτησης από το συμμαχικό και ειδικότερα από το αγγλικό κεφάλαιο, επιζητούσε από την έναρξη ήδη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου την άμεση συμπαράταξη της Ελλάδας με τις δυνάμεις της Αντάντ – ενώ η ολιγαρχία, που ήταν συσπειρωμένη γύρω από τον θρόνο των Γλύξμπουργκ, αγωνιζόταν για τη διατήρηση με κάθε μέσο της ελληνικής ουδετερότητας, που εξυπηρετούσε αντικειμενικά τα στρατηγικά σχέδια της Γερμανίας.

Ο Βενιζέλος, όταν το καλοκαίρι του 1917 με τις ωμές παρεμβάσεις της Αντάντ ανέλαβε την διαχείριση της εξουσίας, έσπευσε να καλέσει στα όπλα ορισμένες ηλικίες και να κηρύξει τον πόλεμο κατά της Γερμανίας και των συμμάχων της. Ο «Νεολόγος», ο οποίος, τρομοκρατημένος άλλοτε από τους κωνσταντινικούς επίστρατους έβριζε από φόβο τον Βενιζέλο, με ιδιαίτερη προθυμία χαιρέτησε την πολιτική μεταβολή και έκαψε λιβανωτούς στον αρχηγό του κόμματος των Φιλελευθέρων, τον οποίο εντούτοις είχε και αυτός προηγούμενα αποκαλέσει προδότη. Όπως όμως υποστήριζε τώρα, «σπανίως κυβέρνησις είχεν έλθει, όπως κρατύνει την πίστην του ελληνικού λαού, ότι η Ελλάς θα δυνηθή να βαδίση εις τον προορισμόν της, ως η νέα κυβέρνησις των Φιλελευθέρων».[2]

Όπως επιζητούσε η Αντάντ και όπως αναμενόταν με την απόλυτη κυριαρχία του Βενιζέλου στα ελληνικά πολιτικά πράγματα, ο ελληνικός στρατός άρχισε πολύ γρήγορα να μάχεται στο πλευρό της Αντάντ στο μακεδονικό μέτωπο κατά των Κεντρικών Δυνάμεων. Τον Γενάρη ωστόσο του 1918 στασίασαν ξαφνικά ορισμένοι αντιβενιζελικοί αξιωματικοί στο Σύνταγμα της Λαμίας, οι οποίοι πήγαν στη συνέχεια στη Θήβα και προκάλεσαν εκεί αιματηρές ταραχές.
Ελληνικά στρατιωτικά τμήματα αναχωρούν για το μακεδονικό μέτωπο (Θεσσαλονίκη 1916).

Πέντε μήνες αργότερα και συγκεκριμένα την 1η του Ιούνη του 1918 έφτασε με ατμόπλοιο στο Βόλο, μαζί με την υπόλοιπη 3η Μεραρχία και το 2/39 Σύνταγμα Ευζώνων του Μεσολογγίου, το 12ο Σύνταγμα με διοικητή του τον συνταγματάρχη Παντελή Γιαννετάκη και προορισμό το μακεδονικό μέτωπο. Την ίδια όμως την ημέρα της άφιξής του στο Βόλο το 12ο Σύνταγμα προωθήθηκε με τραίνα στη Λάρισα, όπου και στρατωνίστηκε πρόχειρα μέχρι τις 6 του ίδιου μήνα. Στη συνέχεια μπήκε σε πορεία με κατεύθυνση τα Σέρβια, ενώ επίμονες ανησυχητικές φήμες κυκλοφορούσαν στις γραμμές του, ότι επρόκειτο όλη η δύναμή του να παραδοθεί αιχμάλωτη κοντά στον Αλιάκμονα ποταμό σε γαλλικά και σενεγαλέζικα στρατιωτικά τμήματα. Θα συνέβαινε δε τούτο, επειδή το εν λόγω Σύνταγμα δεν ενέπνεε εμπιστοσύνη στην Αντάντ λόγω του φιλοβασιλισμού της πλειοψηφίας των αξιωματικών του αλλά και εξαιτίας του γενικού αντιπολεμικού πνεύματος, που διακατείχε τους άνδρες του, λογικό γέννημα της μακροχρόνιας στράτευσής τους.

Η αναστάτωση ωστόσο του 12ου Συντάγματος δεν περιορίστηκε σε χαμηλόφωνες διαμαρτυρίες, αλλά πολύ γρήγορα μεταβλήθηκε σε εκρηκτική κατάσταση μέσα στους λόχους. Όλα έδειχναν, ότι αναμενόταν στάση – πάρα πολλοί άλλωστε εύζωνοι του 2/39 Συντάγματος του Μεσολογγίου είχαν ήδη επαναστατήσει και επιζητούσαν να παρασύρουν με το μέρος τους τούς άνδρες και του 6ου και του 12ου πεζικού Συντάγματος, καθώς και της 3ης μοίρας του πυροβολικού, που αποτελούσαν την 3η Μεραρχία, να καταλάβουν όλοι μαζί την Λάρισα και να ξεσηκώσουν τον λαό κατά της κυβέρνησης του Βενιζέλου.

Όπως αναφέρεται στο ανέκδοτο Ημερολόγιο του πατρινού στρατιώτη Ανδρέα Κάββουρα, οι μαχητές του πατραϊκού Συντάγματος άρχισαν να κινούνται σχεδόν φανερά για εξέγερση, να συγκεντρώνονται σε πυκνούς ομίλους και να φωνάζουν στασιαστικά συνθήματα. Παντού συγκροτούνταν επαναστατικές ομάδες, γενικός όμως αρχηγός του κινήματος δεν φαινόταν πουθενά. Οι βασιλόφρονες αξιωματικοί του Συντάγματος έβλεπαν προφανώς θετικά τον αναβρασμό των μονάδων, παρέμεναν όμως (εκτός τεσσάρων ή πέντε εξαιρέσεων, που τάχθηκαν στο πλευρό των στασιαστών) πεισματικά σιωπηλοί – ίσως από προσωπική δειλία.

Ο διοικητής του Συντάγματος ωστόσο είχε πολύ ανησυχήσει με την κατάσταση, που διαμορφωνόταν – και σε συγκέντρωση όλων των λόχων, που συγκάλεσε, είχε προσπαθήσει με νουθεσίες να αποτρέψει την στάση. Είχε πει συγκεκριμένα στους άνδρες του:

«Εγώ δεν έχω να πάθω τίποτε – το πολύ πολύ να πάρω το καπέλο μου και να πάω στο σπίτι μου. Συλλογισθείτε όμως εσείς τας οικογενείας σας, τας οποίας θα απελάσουν και θα βασανίσουν. Συλλογισθείτε επίσης τους εαυτούς σας, ότι δεν θα έχετε, πού να σταθείτε. Θα επικηρυχθείτε ως λησταί και αλλοίμονό σας».

Η αποτρεπτική όμως παρέμβαση του Γιαννετάκη και μια δεύτερη από μέρους του στα Σέρβια δεν τελεσφόρησαν – και το μεγαλύτερο μέρος των ανδρών του Συντάγματος το απόγευμα της 6ης του Ιούνη του 1918 στασίασε. Όπως αναφέρει στο Ημερολόγιό του ο Ανδρέας Κάββουρας, « η θύελλα εμαίνετο παντού. Η βοή από τας κραυγάς των ανδρών», που είχαν στασιάσει, «και αι βίαιαι κινήσεις των προσέδιδον φρικιαστικήν εικόνα επαναστάσεως».

Όσοι στρατιώτες του 12ου Συντάγματος δεν ακολούθησαν τους στασιαστές, συγκεντρώθηκαν σε ένα περίβολο κοντά στο ταχυδρομείο, και καταγράφηκαν από τον υπασπιστή της μονάδας αυτής Σπύρο Ρούβαλη, που ήταν πατρινός. Ο διοικητής, εξάλλου, του Συντάγματος, εντελώς άστοχα ενεργώντας, εγκατέλειψε την σκηνή του και κατέφυγε στα Σέρβια, περιμένοντας εκεί την εξέλιξη των εκρηκτικών γεγονότων.

Οι στασιαστές κατέλαβαν απαρχής τις αποθήκες του εφοδιασμού, άρπαξαν τρόφιμα, ιματισμό και τα κιβώτια με τα φυσίγγια, και με τις κραυγές «Πίσω στην Πάτρα! Δεν παραδιδόμεθα στους Σενεγαλέζους! Έξω οι ξένοι!» πήραν τον δρόμο για την Λάρισα. Στην αρχή ξεπερνούσαν τους χίλιους, ύστερα όμως από πολλές διαρροές, που σημειώθηκαν, όταν διαπιστώθηκε, ότι κανένας ανώτερος αξιωματικός δεν είχε αναλάβει την ηγεσία του κινήματός τους, απόμειναν γύρω στους εξακόσιους και χωρίστηκαν σε δύο ομάδες. Στην μεγαλύτερη ομάδα, που την συγκροτούσαν 450 περίπου άνδρες, αναδείχτηκε αρχηγός ο υποδεκανέας Ανδρέας Κορδάς, ενώ επικεφαλής της άλλης ομάδας βρέθηκαν οι λοχίες Κώστας Σολωμός, Δημήτριος Τσίκλιρας, Δημήτριος Παπαθανασόπουλος και Χρύσανθος Πετραλιάς.
Στρατιώτες του 39ου Ευζωνικού Συντάγματος Μεσολογγίου. Στασίασαν μαζί με το 12ο Σύνταγμα της Πάτρας.

Οι στασιαστές, που τα βενιζελοκρατούμενα πατραϊκά σωματεία, ύστερα προφανώς από σχετική κυβερνητική εντολή, είχαν σπεύσει με τηλεγραφήματα και ανακοινώσεις να τους καταδικάσουν, συνελήφθησαν πολύ εύκολα και πολύ γρήγορα από στρατιωτικά αποσπάσματα και αρκετοί από αυτούς παραπέμφθηκαν στο Στρατοδικείο της Κοζάνης, που είχε συσταθεί γι’ αυτό τον σκοπό με πρόεδρο τον Στέφανο Φατσέα, βασιλικό επίτροπο τον Ιωσήφ Κούνδουρο και εναλλασσόμενα μέλη του τούς Ζωτόπουλο, Δημήτριο Λούμη, Λέοντα Παπαγεωργίου, Σακελλαρόπουλο, Βασίλειο Φραντζαβόλη και Χατζηπέτρο. Μαζί με τους στασιαστές είχε παραπεμφθεί και ο ίδιος ο διοικητής του 12ου Συντάγματος, που ο βασιλικός επίτροπος Κούνδουρος, φανατικός βενιζελικός, του είχε υποσχεθεί την θανάτωσή του και είχε διατυπώσει σε βάρος του την χαλκευμένη κατηγορία, ότι «παρώτρυνε τους άνδρας του εις λιποταξίαν εν καιρώ πολέμου». Του είχε πει σχετικά με καταφανή σαρκασμό:

«Ανέφερες στο λόγο σου προς τους στρατιώτες σου στο Χάνι Χατζή Γώγου και στα Σέρβια, ότι θα πάρης το καπέλο σου και θα πας στο σπιτάκι σου. Το καπέλο σου βέβαια θα πάη στο σπιτάκι σου, το κεφάλι σου όμως θα μείνη εδώ».

Ανάλογα συναισθήματα κατά των στασιαστών, που αφορούσαν μάλιστα ολόκληρη την 3η Μεραρχία, χαρακτήριζαν και τους υποτιθέμενους «συμμάχους», ιδιαίτερα τους γάλλους, για τους οποίους γράφει στο Ημερολόγιό του ο Κάββουρας:

«Το μίσος των γάλλων κατά της 3ης Μεραρχίας εξεδηλούτο πολυειδώς και πολυτρόπως. Προς τιμωρίαν μάς εχορήγουν πολύ ολίγον συσσίτιον και ανθυγεινόν – κουραμάνα μπαγιάτικη και μουχλιασμένη, κρέας κατεψυγμένον και σκωληκόβρωτον. Όταν δε μία ομάς στασιαστών ωδηγείτο είς τινα σταύλο, διά να φυλακισθή, έως ότου αρχίση η δίκη των, δεικνύοντες εις αυτούς την απέναντι κορυφογραμμήν, τους έλεγον οι γάλλοι:

– Εκεί θα σας βάλωμε και θα σας θερίσωμε με τα μυδραλιοβόλα».
Για τη στάση του 12ου Συντάγματος έγιναν στην Κοζάνη τέσσερες δίκες – η πρώτη από τις 16 μέχρι τις 19 του Ιούνη του 1918, η δεύτερη στις 19 του ίδιου μήνα, η τρίτη την 1η του Ιούλη και η τέταρτη από τις 9 μέχρι τις 15 αυτού του μήνα επίσης. Σε μια μάλιστα από τις δίκες αυτές είχε επιστρατευθεί ως υποτιθέμενος συνήγορος υπεράσπισης ο έφεδρος ανθυπολοχαγός και κατοπινός πολιτικός παράγοντας του Λαϊκού Κόμματος στην Αχαΐα Θεόδωρος Ζαφειρόπουλος, ο οποίος δεν πρόβαλε καμμιά θέση προς υπεράσπιση των κατηγορουμένων, αλλά απλά περιορίστηκε, σε μια σύντομη διστακτική παρέμβασή του ελάχιστων δευτερολέπτων, να αναφέρει προς τους αδυσώπητους στρατοδίκες, ότι «επαφίετο εις την κρίσην των διά την υπόθεσιν».

Βασικοί μάρτυρες κατηγορίας στις δίκες αυτές ήσαν οι κρήτες ανθυπολοχαγοί Χαράλαμπος Σαριδάκης και Στυλιανός Μπενάκης, ο άνθρωπος όμως, που ουσιαστικά κατηύθυνε τις δίκες και τελικά προσδιόρισε τις αποφάσεις, ήταν ο ταξίαρχος Γεώργιος Βλαχογιάννης. Όπως αναφέρει και πάλι στο Ημερολόγιό του ο Ανδρέας Κάββουρας, «αι απειλαί, αι ύβρεις και οι προπηλακισμοί του Βλαχογιάννη επρόδιδον εσκεμμένους φόνους». Κατά τον Κάββουρα πάντα, ο Βλαχογιάννης μια ημέρα πριν από την συγκρότηση του Στρατοδικείου είχε πει σε μια ομάδα αξιωματικών και στρατιωτών σχετικά με την έκβαση των δικών: «Θα καθαρίσουμε καμμιά πενηνταριά παληοτόμαρα, για να ησυχάσουμε» – ενώ σε κάποια διακοπή μιας συνεδρίασης του εν λόγω Στρατοδικείου είχε εκστομίσει κατά των υπόδικων στασιαστών αυτή την απειλή: «Αν δεν ντύσω εγώ την Πάτρα στα μαύρα, να μη με λένε Βλαχογιάννη».

Από τους 209 κατηγορούμενους 170 καταδικάστηκαν σε πεντάχρονη ή δεκάχρονη φυλάκιση, 18 σε ισόβια δεσμά και 21 στην ποινή του θανάτου, που εκτελέστηκε μέσα σε ελάχιστες ημέρες από την επιβολή της. Συγκεκριμένα, στις 20 του Ιούνη ντουφεκίστηκαν οι λοχίες Σπύρος Αγραπίδης, Νίκος Γκοτσόπουλος και Κώστας Σολωμός, από την Πάτρα, ο υπολοχαγός Γεώργιος Καμπούρης, από τα Τσουκαλέικα, ο λοχίας Χρύσανθος Πετραλιάς, από την Δίβρη, ο λοχίας Δημήτριος Παπαθανασόπουλος, από την Γρόπα, και ο λοχίας Δημήτριος Τσίκλιρας, από το Ρένεσι της Τριταίας – στις 30 οι στρατιώτες Άγγελος Αγγελόπουλος, Σωτήριος Μιχαήλ και Μιχαήλ Σπυρόπουλος και ο δεκανέας Κώστας Γεωργακόπουλος, από την Πάτρα, ο στρατιώτης Πέτρος Γιαννακόπουλος, από τον Άγιο Γεώργιο, ο στρατιώτης Θρασύβουλος Βοΐλας, από τον Κάτω Λυκόβατο, και ο δεκανέας Βασίλειος Αναγνωστόπουλος από το Ρένεσι – στις 3 του Ιούλη ο λοχίας Γρηγόριος Μουσούρης από την Πάτρα, ο επιλοχίας Διονύσιος Κόκκινος, από το Σκουροχώρι, ο υπολοχαγός Νίκος Μαντέλης, από το Ληξούρι, και ο λοχαγός Γεράσιμος Ποταμιάνος, από το Αργοστόλι – στις 20 οι στρατιώτες Νίκος Πανίτσας, από το Λεόντιο, και Βασίλειος Παπανικολόπουλος, από την Αραγωνίτσα – και στις 27 ο διοικητής του 12ου Συντάγματος συνταγματάρχης Παντελής Γιαννετάκης, που καταγόταν από τη Λάρισα. Στις 21 του ίδιου μήνα ντουφεκίστηκαν ως στασιαστές 16 εύζωνοι του 2/39 Συντάγματος του Μεσολογγίου και τις ίδιες ημέρες αντιμετώπισε το εκτελεστικό απόσπασμα ο υποδεκανέας Ανδρέας Κορδάς, που είχε καταδικασθεί ως στασιαστής επίσης στην ποινή του θανάτου από το Στρατοδικείο του Βόλου.[3]

Όσοι στασιαστές δεν καταδικάστηκαν σε θάνατο ρίχτηκαν στις φυλακές «ως κοπάδια κτηνών» και εκεί «υπέστησαν μαρτύρια, εστερήθησαν δε και αυτού του επιουσίου άρτου». Όπως καταγράφει στο Ημερολόγιό του ο Ανδρέας Κάββουρας, «η προς τους κρατουμένους διαγωγή του εφέδρου υπολοχαγού Νίκου Κοζάκου, διευθυντού των φυλακών, υπήρξε αξία στιγματισμού». Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί, κατά τον Κάββουρα και πάλι, για ένα αντιβενιζελικό πατρινό έφεδρο επίσης αξιωματικό, ο οποίος από φόβο προφανώς είχε και αυτός επιδείξει κτηνώδη συμπεριφορά απέναντι στους κρατουμένους στασιαστές, οι οποίοι «ανέμενον οι ατυχείς εις τας ανηλίους και φρικώδεις φυλακάς των από αυτόν κάποιο ενδιαφέρον, κάποια περίθαλψιν ή έστω κάποια στοιχειώδη ανακούφισιν – εις μάτην όμως».

Όσο αφορά τους στρατιώτες εκείνους του 12ου Συντάγματος, που δεν είχαν εξεγερθεί, έσπευσε η βενιζελοκρατούμενη ελληνική στρατιωτική διοίκηση να τους νουθετήσει, επιστρατεύοντας ακόμη και κάποιον πλανόδιο πατρινό ποιητή εκείνης της εποχής, τον Σπύρο Ματσούκα, ο οποίος τους εξόρκισε «εις την σημαίαν της μονάδος των να πολεμήσουν υπέρ της πατρίδος παρά το πλευρόν των μεγάλων συμμάχων τους». Στο πλαίσιο μάλιστα των σχετικών προσπαθειών τούς επιθεώρησε, συνοδευόμενος από δυο γάλλους αξιωματικούς, και ο στρατηγός Παναγιώτης Δαγκλής, ο οποίος, όπως και άλλοι στρατηγοί, είχε τότε προτιμήσει να περπατήσει όχι στις πλατειές λεωφόρους αλλά στα κακοτράχαλα μονοπάτια μιας αμφίβολης δόξας. Παράλληλα όμως εκδόθηκε από τη νέα διοίκηση του 12ου Συντάγματος διαταγή «να μη γράφωσιν οι στρατιώται εις τους οικείους των τίποτε περί της στάσεως, ούτε, πού ευρίσκονται, ούτε πού πρόκειται να μεταβούν, ούτε αν κακοπερνούν». Έτσι, ο Ανδρέας Κάββουρας είχε γράψει τότε στους δικούς του:
«Δόξα να έχει ο Ύψιστος. Από υγεία είμαι πολύ καλά. Να μην έχετε δε δι’ εμέ κανένα φόβον και καμμίαν ανησυχίαν, πρώτον διότι διαμένω εις ωραίαν τοποθεσίαν και δεύτερον, επειδή τα περνώ τόσο καλά υπό πάσαν έποψιν, ώστε ούτε καν μου φαίνεται, ότι είμαι στρατιώτης και ευρίσκομαι εις εκστρατείαν».
Οι στρατώνες του 12ου Συντάγματος στην Πάτρα (ΚΕΤΧ).

Η στάση του 12ου Συντάγματος με την τραγική της κατάληξη, όπως και οι ανάλογες εξεγέρσεις του 2/39 Συντάγματος του Μεσολογγίου και ορισμένων άλλων στρατιωτικών μονάδων με παρόμοια αποτελέσματα, πρέπει να θεωρηθεί ως ένα μέρος ενός γενικότερου αντιπολεμικού κινήματος, που αναπτύχθηκε εκείνη την εποχή στους στρατούς όλων των εμπόλεμων μερών και διαμορφώθηκε τελικά σε ακανθώδες πρόβλημα για τους ευρωπαϊκούς μιλιταριστικούς κύκλους και σε ιδιαίτερης σημασίας επιβοηθητικό γεγονός για την οκτωβριανή σοσιαλιστική επανάσταση, που είχε εκραγεί τότε στη Ρωσία. Οι στασιαστές του 12ου Συντάγματος της Πάτρας, όπως και των άλλων ελληνικών στρατιωτικών μονάδων, δεν ήσαν βέβαια επαναστατικοί φορείς σοσιαλιστικών θέσεων αναφορικά με τον τερματισμό των πολεμικών επιχειρήσεων σε όλα τα μέτωπα – εκδηλώθηκαν όμως οπωσδήποτε ως φιλειρηνικά στοιχεία, λιγότερο ασφαλώς από ιδεολογία και περισσότερο από τον κάματο ή από την απελπισία, που γεννούσε η αίσθηση του ατελεύτητου ενός ιδιαίτερα αιματηρού πολέμου. Αρκετά, εξάλλου, από αυτά τα στοιχεία προσεγγίζανε τον κωνσταντινισμό, ο οποίος εμφανιζόταν τότε ως ο μοναδικός πραγματικά ισχυρός πολιτικός αντίπαλος του φιλοπόλεμου βενιζελισμού, διακηρύχνοντας, υστερόβουλα προφανώς, ότι επιζητούσε την ουδετερότητα της χώρας, και ευαγγελιζόμενος απέναντι σε μια ιδιαίτερα αιματηρή σύρραξη, όπως αυτή του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, την πολυπόθητη ειρήνη.

Το γεγονός της εκτέλεσης του ίδιου του διοικητή και άλλων 21 ανδρών του 12ου Συντάγματος (ενός λοχαγού, δύο υπολοχαγών, ενός επιλοχία, 7 λοχιών, δύο δεκανέων, ενός υποδεκανέα και 7 στρατιωτών) συγκλόνισε την Πάτρα και την ευρύτερη περιοχή και ενίσχυσε το μίσος μιας πολύ μεγάλης μερίδας των πολιτών τους, που ήσαν αντιβενιζελικοί, κατά του κόμματος των Φιλελευθέρων και των συμμάχων της Αντάντ – το πατραϊκό δημοτικό συμβούλιο όμως, που ήταν στην πλειοψηφία του αντιβενιζελικό, αλλά το οποίο δεν διακρινόταν καθόλου για αγωνιστικές φιλειρηνικές τάσεις, ούτε καν για μαχητικό φιλοβασιλισμό, έσπευσε να αποδείξει για άλλη μια φορά την εθελοδουλεία του. Επρόκειτο άλλωστε για ένα θλιβερό συμβούλιο, το οποίο παλαιότερα, υπακούοντας στα κελεύσματα των έξαλλων κωνσταντινικών επιστράτων, είχε κατακεραυνώσει τον Βενιζέλο, τον είχε αναθεματίσει και είχε διαγράψει ως εχθρό από το δημοτολόγιο του δήμου Πατρέων τον τοπικό σημαντικό παράγοντα του κόμματος των Φιλελευθέρων Ανδρέα Μιχαλακόπουλο. Στη συνέχεια βέβαια, όταν κυριάρχησε στην ελληνική πολιτική σκηνή ο Βενιζέλος, το εν λόγω συμβούλιο άλλαξε θέση και αποδέχτηκε, πάλι υποκύπτοντας στους ισχυρούς της ημέρας, ότι η προγενέστερη απόφασή του για τον Μιχαλακόπουλο, για την οποία υποτίθεται, ότι τώρα ντρεπόταν, αποτελούσε στίγμα και για τον δήμο και για την πόλη.

Αυτό λοιπόν το δημοτικό συμβούλιο, μόλις πληροφορήθηκε το γεγονός της ανταρσίας, που είχε εκδηλωθεί στο 12ο Σύνταγμα, «εταράχθη σφόδρα» και φρόντισε να συνέλθει αμέσως σε ειδική συνεδρίαση. Εκεί τα τρομαλέα μέλη του προσποιήθηκαν, ότι συζήτησαν σε βάθος το ζήτημα και στη συνέχεια, αγόμενα, όπως και άλλοτε, από την πασίδηλη δειλία τους, εξουσιοδότησαν ομόφωνα τον δήμαρχο Δημήτριο Μπουκαούρη να στείλει στην κυβέρνηση το εξής τηλεγράφημα:

«Το Δημοτικόν Συμβούλιον [Πατρέων] κατά την σημερινήν έκτακτον αυτού συνεδρίασιν, τη προτάσει του δημοτικού συμβούλου κυρίου Νικολάου Ραυτοπούλου ομοφώνως υποβάλλει υμίν την έκφρασιν της οδύνηράς εντυπώσεώς του επί τω οικτρώ συμβάντι της λιποταξίας στρατιωτών του 12ου Συντάγματος, ευλόγως καταθλίψαντι την ημετέραν πόλιν».[4]

Το ίδιο το περιεχόμενο του εν λόγω τηλεγραφήματος, που αναφέρεται σε κάποιες λιποταξίες κάποιων στρατιωτών του πατραϊκού Συντάγματος, περιστατικά δηλαδή, τα οποία αφορούσαν μεμονωμένα άτομα και όχι στην ανταρσία, που φανερώθηκε στις γραμμές του, προδίδει είτε πλήρη άγνοια του γεγονότος της ίδιας της ανταρσίας, που κατέληξε σε τραγωδία, είτε σκόπιμη αποσιώπησή του, εξαιτίας του ασφυκτικού πολιτικού κλίματος, που επικρατούσε στη χώρα εκείνη την εποχή. Όπως όμως και να έχει το ζήτημα, το 12ο Σύνταγμα σύρθηκε τελικά και αυτό στη σφαγή, με νέο διοικητή του τον ναυπάκτιο συνταγματάρχη Νικόλαο Σουμπασάκο, γνωστόν στην Πάτρα από προγενέστερη μακρόχρονη θητεία του στην πόλη. Εξακολουθούσε ωστόσο το δύσμοιρο αυτό Σύνταγμα να μην εμπνέει εμπιστοσύνη στους συμμάχους, οι οποίοι, με την αποδοχή από την ελληνική κυβέρνηση ενός μέτρου εντελώς απαράδεκτου και ιδιαίτερα προσβλητικού για τη χώρα, το εντάξανε τελικά ως τμήμα ξένου στρατού στην 22η Ταξιαρχία της 11ης σενεγαλέζικης Μεραρχίας, προκειμένου να το επιβλέπουν καλλίτερα.

Δυο χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα στις 2 του Αυγούστου του 1920 το 12ο Σύνταγμα, και μαζί του το 6ο, ξεκινήσανε με το ατμόπλοιο «Έλενα Μαργαρίτα» για την Μικρασία, προκειμένου να ενισχύσουν τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις, που πολεμούσαν ήδη εκεί. Τα δυο αυτά Συντάγματα με επικεφαλής την στρατιωτική μουσική είχαν κατέβει από τους στρατώνες στην παραλία, ενώ πλήθη ανυποψίαστου λαού τα ξεπροβόδιζε με ζητωκραυγές. Όλοι σχεδόν πίστευαν τότε στις μελλούμενες νίκες, που οι τοπικές εφημερίδες με πύρινα άρθρα τους προφήτευαν καθημερινά – και κανένας δεν υποψιαζόταν ακόμη την εθνική τραγωδία, που πολύ σύντομα θα ξετυλιγόταν στα χώματα της αρχαίας Ιωνίας, όπου τα όνειρα της μεγάλης πατρίδας θα γίνονταν κομμάτια.  





[1] Εφημ. Νεολόγος, φ. 22 Ιουλίου 1914.
[2] Όπ.π. φ. 15 Ιουνίου 1917.
[3] Ανδρ. Θεοφ. Κάββουρα˙ Σημειώσεις ημερολογιακαί εκστρατείας παγκοσμίου πολέμου. 1914-1918. Πάτραι, 1919. σ. 28-40 και 52-92. Ανέκδοτο.
[4] Πρακτικά Δημοτικού Συμβουλίου. Συνεδρίασις 25ης Ιουνίου 1918.

Παρασκευή 5 Μαΐου 2017

ΠΟΛΙΤΕΙΑ #7

Στο νέο μας τεύχος  μπορείτε να διαβάσετε για την Τραγωδία  του 12ου Συντάγματος της Πάτρας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο,ένα άρθρο που το υπογράφει ο ιστορικός Βασίλης Κ.Λάζαρης. Ακόμα, ο Κώστας Παπαγιανόπουλος ανιχνεύει τη ιστορία ενός επιβλητικού κτιρίου της πόλης της Κάτω Αχαΐας, του γνωστού Μύλου του Μπακούλια. 
Ο Ξενοφών Αργ. Παπαευθυμίου Συντηρητής Έργων Τέχνης – Μουσειολόγος, γράφει για την προστασία και την αξιοποίηση της βιομηχανικής αρχιτεκτονικής των κτιρίων που βρίσκονται στον πολεοδομικό ιστό και στα περίχωρα των αστικών κέντρων της Αχαΐας.
Ο Δημήτριος Παπανικολάου συγγραφέας μας "ξεναγεί" στο  Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Δήμου Πατρέων και γράφει για τη σημασία της παράδοσης στον σύγχρονο κόσμο.
Ο Δημήτρης Στεμπίλης, Δημοσιογράφος και MSc της Σύγχρονης Ιστορίας και των Διεθνών Σχέσεων, ολοκληρώνει το αφιέρωμα στην "εποχή της σταφίδας" που ξεκίνησε στο προηγούμενο τεύχος μας γράφοντας για  την  κρατική παρέμβαση για τη σταφίδα, την προϊστορία και η λειτουργία του Αυτόνομου Σταφιδικού Οργανισμού (ΑΣΟ).
Η  Μαία Αγάπη Μαράτου, μας ενημερώνει για την "ιδιαίτερη πρόληψη στην πορεία της ζωής, μιας γυναίκας ".
Ο Νίκος Ραγκαβάνης γράφει για την προστασία της γείωσης  και πώς αυτή  μπορεί να μας προστατεύσει από την ηλεκτροπληξία. Τέλος ο Κωνσταντίνος Βιέννας σε αυτό το τεύχος προτείνει να παρακολουθήσουμε μια εξαιρετική σύνθεση στοιχείων από διάφορα κινηματογραφικά είδη που ονομάζεται "Retreat" και όπως πάντα, ο Τάκης Καμπέρος σχολιάζει την επικαιρότητα με τον δικό του τρόπο.


Το αφιέρωμα του περιοδικού μας στην εποχή της σταφιδοπαραγωγής στην Αχαΐα μετά από το μεγάλο ενδιαφέρον των φίλων του περιοδικού συνεχίζεται. Έτσι την ΚΥΡΙΑΚΗ 7 ΜΑΪΟΥ στις 19:00,θα πραγματοποιηθεί εκδήλωση-συζήτηση με θέμα: "Η Αχαΐα της σταφίδας", στο θέατρο του εκπαιδευτικού χώρου Μπάρι του ΔΗΠΕΘΕ  (Σανταρόζα 7 & Καρόλου), στις εμβληματικές άλλοτε σταφιδαποθήκες της πόλης της Πάτρας.
Στην εκδήλωση θα μιλήσουν:
Βασίλης Κ. Λάζαρης, Ιστορικός
Χρήστος Αθαν. Μούλιας, Δικηγόρος, ιστορικός ερευνητής και συγγραφέας
Άλμπερτ Μπάρρυ, Στέλεχος ασφαλιστικής εταιρείας
Στάθης Κουτρουβίδης, Δρ Ιστορίας, Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων

Την εκδήλωση θα συντονίσει η δημοσιογράφος Λίνα Μπάστα. 
Σας περιμένουμε!




Μπορείτε να διαβάσετε το νέο τεύχος του περιοδικού μας περιοδικό μας στον σύνδεσμο:https://issuu.com/politeiamag/docs/_7 αλλά και να το αποθηκεύσετε στον υπολογιστή σας  απο το σύνδεσμο: https://www.dropbox.com/s/9lafos41xkfu92f/Politeia%237.pdf?dl=0

Σάββατο 29 Απριλίου 2017

Η Αχαΐα της σταφίδας

Η σταφίδα ήταν έως τα μέσα του 20ου αι. η κύρια οικονομική δραστηριότητα της Πάτρας και το λιμάνι της αποτελούσε το κατεξοχήν εξαγωγικό κέντρο του προϊόντος. Η παραγωγή και η εμπορία του αγροτικού αυτού «χρυσού» έφερε πολύπλευρα οφέλη σε τοπικό επίπεδο ενώ η συμμετοχή της σταφίδας στην πορεία της εθνικής οικονομίας και στο εμπορικό ισοζύγιο ήταν καταλυτική.
Η σταφίδα προκάλεσε οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές κρίσεις, εξεγέρσεις, επαναστάσεις και ένοπλα συλλαλητήρια. Συνέβαλε στις μετακινήσεις ορεινών πληθυσμών προς τα εύφορα παράλια και σχετίζεται με τη συγκρότηση νέων οικισμών αλλά και με την ίδια τη δημογραφική εξέλιξη της περιοχής. Αλλά η οικονομική ακμή της δεν άφησε τα αναμενόμενα ίχνη στην εξέλιξη της αχαϊκής οικονομίας και κοινωνίας.
Το ηλεκτρονικό περιοδικό «ΠΟΛΙΤΕΙΑ» (http://politeiamag.blogspot.gr/) διοργανώνει την Κυριακή 7 Μαΐου και ώρα 19.00΄ εκδήλωση – συζήτηση με θέμα «

Η Αχαΐα της σταφίδας» στο θέατρο του εκπαιδευτικού χώρου Μπάρι του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας (Σανταρόζα 7 & Καρόλου), στις εμβληματικές άλλοτε σταφιδαποθήκες της πόλης.
Στην εκδήλωση θα μιλήσουν:
Στάθης Κουτρουβίδης, Δρ Ιστορίας, Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων
Βασίλης Κ. Λάζαρης, Ιστορικός
Χρήστος Αθαν. Μούλιας, Δικηγόρος, ιστορικός ερευνητής και συγγραφέας
Άλμπερτ Μπάρρυ, Στέλεχος ασφαλιστικής εταιρείας.Την εκδήλωση θα συντονίσει η δημοσιογράφος Λίνα Μπάστα.

Τετάρτη 5 Απριλίου 2017

Ασουρές: το γλυκό του Νώε


Ο λεπτός στη γεύση, σιταρένιος ασουρές είναι γλυκό που, εδώ και αρκετές δεκαετίες, φτιάχνεται παραδοσιακά σε Ελλάδα και Τουρκία. Στη γείτονα είναι γνωστός και ως «γλυκό του Νώε» ενώ στην Ελλάδα ως «βαρβάρα», όνομα δανεισμένο από τη γιορτή της ομώνυμης αγίας. Βέβαια, καθότι δροσερός και μυρωδάτος, οι νοικοκυρές παλιάς κοπής τον ετοιμάζουν συχνά και τους καλοκαιρινούς μήνες μοιράζοντάς τον στα γειτονικά σπίτια. Το επιδόρπιο αυτό φτιάχνεται από βρασμένο σιτάρι, ζάχαρη, σταφίδες κι άλλους ξηρούς καρπούς. Είναι άκρως δροσερό, χορταστικό και με ιδιαίτερη γεύση. 
ΥΛΙΚΑ
·         8 κούπες ζουμί από βρασμένο σιτάρι
·         2 κούπες σιτάρι βρασμένο
·         1 κούπα γεμάτη ζάχαρη
·         2 ½ κουταλάκια κανέλα
·         4 κουταλιές κορν φλάουερ διαλυμένο σε μισή κούπα ζουμί του σιταριού (ή σε νερό) κρύα όμως και τα δυο
·         1 κούπα μισοψημένα, χοντροκομμένα καρύδια
·         ½ κούπα φουντούκια ψιλοκομμένα
·         1 κούπα σταφίδες ξανθές και μαύρες ανακατεμένες
·         8 σύκα ξερά ψιλοκομμένα (ή 4 σύκα και 4 δαμάσκηνα - οποιοδήποτε αποξηραμένο φρούτο σας αρέσει είναι ταιριαστό) 

Βάλτε αποβραδίς ½ κιλό σιτάρι στο νερό, αφού πρώτα το πλύνετε καλά, κι αφήστε το όλη νύχτα να μουλιάζει. Την επομένη βράστε μέσα στο ίδιο νερό το σιτάρι σε σιγανή φωτιά, μέχρι να μαλακώσει (στην κατσαρόλα θα χρειαστείτε 3 ώρες, στη χύτρα 1 ώρα).
Στη συνέχεια σουρώστε το και κρατήστε το ζουμί. Θα βγουν περίπου 8 κούπες (αν βγει λιγότερο, συμπληρώστε νερό σκέτο). Βάλτε το σε μέτρια φωτιά, ρίξτε μέσα 2 κούπες από το ήδη βρασμένο σιτάρι και προσθέστε όλα τα υπόλοιπα υλικά, μαζί και το κορν φλάουρ, το οποίο θα έχετε διαλύσει σε μισή κούπα από το ζουμί ή το νερό (αλλά, είπαμε, κρύα και τα δύο).
Ανακατεύετε συνεχώς τα υλικά μέχρι να πήξει ελαφρώς το ζουμί (θα χρειαστούν περίπου 5 έως 7 λεπτά). Βγάλτε το από τη φωτιά, σερβίρετέ το σε μπολάκια, αφήστε να κρυώσει και βάλτε το στο ψυγείο να πήξει εντελώς.
Στη συνέχεια πασπαλίστε την επιφάνεια με κανέλα και καρύδια ή όποια άλλα ξηροκάρπια σας αρέσουν.








ΑΛΛΕΣ ΣΥΝΤΑΓΕΣ ΜΕ ΣΤΑΦΙΔΕΣ
·         http://suntos.gr/sultanas/
·         http://recettes.de/raisin