Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

ΕΠΙΣΚΕΨΙΜΟΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ ΔΗΜΟΥ ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΧΑΪΑΣ:Ι. Πόρτες

Νίκη Ράλλη – Ιωάννης Μόσχος
Αρχαιολόγοι

Ο αρχαιολογικός χώρος των Πορτών βρίσκεται στην ορεινή Δυμαία χώρα, στο νότιο τμήμα του Σανταμεριάνικου όρους, που οι αρχαίοι ονόμαζαν Σκόλλι. Ο σκόλλυς κατά τον Ησύχιο Αλεξανδρέα είναι η «κορυφὴ ἡ καταλελειμμένη τῶν τριχῶν». Όμως, το βουνό είναι βραχώδες και δεν διατηρεί βλάστηση, ώστε μάλλον η ονομασία αποδόθηκε κατ’ ευφημισμό. Είναι εξίσου πιθανό το όνομα να αποδίδει τη μακρόθεν όψη των κορυφών, οι βαθιές χαράδρες των οποίων δημιουργούν έντονες σκιάσεις, παρόμοιες προς κυματιζόμενους πλοκάμους κόμης. Ανάλογο είναι το τοπωνύμιο Τούφες που φέρει μία από τις κορυφές του Παναχαϊκού.

Οι κορυφές του βουνού είναι ελεύθερες από όλες τις πλευρές, καθώς ορθώνεται μακριά από το μεγάλο ορεινό όγκο του Ερύμανθου και σε αρκετά μεγαλύτερο ύψος από τις μακρόστενες λοφοσειρές του Κομποβουνίου και της Μόβρης. Αυτή η γεωμορφολογική παράθεση των ορεινών όγκων της δυτικής Αχαΐας έχει ως αποτέλεσμα η Σκόλλις να είναι ορατή από τα παράλια της βορειοδυτικής Πελοποννήσου και της Αιτωλίας και από το κεντρικό Ιόνιο. Επομένως, το βουνό αποτελεί το εξαιρετικό διακριτό τμήμα της γεωγραφικής περιοχής και η παρουσία του εκεί πρέπει να είχε διαχρονικά ιδιαίτερη σημασία στην αναγνωρισιμότητά της.
Το νότιο άκρο του βουνού, που ονομάζεται και Πορταϊκό ή Πορτοβούνι, αποτελούσε στην αρχαιότητα στρατηγικό κομβικό σημείο, από το οποίο περνούσε υποχρεωτικά ένας βασικός χερσαίος άξονας, που σε τοπικό επίπεδο συνέδεε τη βόρεια Ηλεία με τη δυτική Αχαΐα. Αποτελούσε, όμως, τμήμα ενός ευρύτερου δικτύου, που βρισκόταν σε πλήρη χρήση τουλάχιστον από τη μυκηναϊκή περίοδο και εξασφάλιζε την επικοινωνία της Κεντρικής και της Στερεάς Ελλάδας με τη δυτική Πελοπόννησο, μέσω του Κορινθιακού κόλπου.
Αυτή ακριβώς η αξία του χώρου στον έλεγχο των χερσαίων διαδρομών και των ορεινών περασμάτων ήταν η βασική αιτία της εγκατάστασης ανθρώπινων ομάδων από τα προϊστορικά χρόνια. Παρότι η περιοχή είναι ορεινή, ο χερσαίος άξονας και οι διακλαδώσεις του απομάκρυναν την απομόνωση. Τα ευρήματα της ανασκαφής πιστοποιούν ότι οι κάτοικοι είχαν πρόσβαση σε φορτία πλοίων που έφταναν στα λιμάνια της δυτικής Αχαΐας και της Ηλείας, ενώ και χερσαίες επαφές με την κεντρική Στερεά Ελλάδα είναι επιβεβαιωμένες ήδη από την ανακτορική περίοδο (μέσα 15ου αι. π.Χ.). Έμμεσες σχέσεις με την Κεντρική Μεσόγειο και την Ιταλική Χερσόνησο έως την περιοχή του Βένετο κατά τη μετα-ανακτορική περίοδο (12ος και α΄ μισό 11ου αι. π.Χ.), τοποθετούν τις Πόρτες στο χάρτη της Μεταλλουργικής Κοινής και αποκρυσταλλώνουν διαχρονικά την αξία των χερσαίων δρόμων, ως την αφετηρία ή ως την ευνοϊκή προϋπόθεση της αναζήτησης σχέσεων και επαφών με τον υπόλοιπο γνωστό κόσμο και ολόκληρη τη λεκάνη της ανατολικής Μεσογείου.

Ο προϊστορικός οικισμός βρίσκεται περίπου 1.500μ. νοτίως του σύγχρονου οικισμού των Πορτών και γειτονεύει με την πηγή του Κεφαλόβρυσου, από την οποία έχει πάρει το όνομά της ολόκληρη η περιοχή. Εκτείνεται πλησίον της πηγής και περιορίζεται στα ανατολικά από το λόφο του προϊστορικού νεκροταφείου, καταλαμβάνοντας επάλληλα μακρόστενα άνδηρα. Είναι τειχισμένος από την αδύνατη ανατολική του πλευρά, αφού στις υπόλοιπες υπάρχει φυσική οχύρωση.
Το πλούσιο νεκροταφείο του οικισμού εντοπίστηκε το 1993 και ανασκάφθηκε περιοδικά έως το 2003. Καταλαμβάνει έναν ολόκληρο επιμήκη χαμηλό λόφο, που διατηρεί το μικροτοπωνύμιο Μυλοκατάρραχο. Ο λόφος χρησιμοποιήθηκε αδιάκοπα ως νεκροταφείο σε όλη τη μυκηναϊκή περίοδο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να διασώζονται στοιχεία ολόκληρης της εξέλιξης της μυκηναϊκής ταφικής αρχιτεκτονικής και των ταφικών εθίμων, καθώς εντοπίστηκαν όλοι σχεδόν οι τύποι μυκηναϊκών τάφων.
Στην πρώιμη μυκηναϊκή περίοδο (17ος-16ος αι. π.Χ.) ιδρύθηκαν στην κορυφή του λόφου δύο κυκλικοί τύμβοι με λίθινη περίβολο, η οποία συγκρατούσε τον τεχνητό γήλοφο. Οι τύμβοι περικλείουν και καλύπτουν υπόγειους κτιστούς θαλάμους με ορθογώνια κάτοψη, που έχουν είσοδο στη μία στενή πλευρά και λίθινη στέγη από βαριές καλυπτήριες πλάκες. Άλλοι παρόμοιοι τάφοι ιδρύθηκαν σε συστάδες ή μεμονωμένοι στο κορυφαίο άνδηρο του λόφου και έως το άκρο του αυχένα στα δυτικά. Η χρήση αυτού του τύπου των μνημείων εντός των τύμβων διήρκεσε περιστασιακά έως και τον 13ο αι. π.Χ., οπότε εγκαταλείφθηκαν οριστικά τα τυμβικά έθιμα. Ορισμένοι μεμονωμένοι, όμως, κτιστοί θάλαμοι διατηρήθηκαν από τους ιδιοκτήτες τους σε χρήση έως και τον 12ο αι.
Την ίδια περίοδο και ενώ είχαν ήδη διαμορφωθεί οι τύμβοι, στο λόφο του νεκροταφείου κατασκευάστηκαν και δύο θολωτοί τάφοι, μνημεία που σχετίζονται με την τοπική εξουσία. Στην αρχή των ανακτορικών χρόνων (15ος αι. π.Χ.) τα ιδιαίτερα αυτά μνημεία συλήθηκαν και κατέρρευσαν. Επάνω στις επιχώσεις τους και με το πεσμένο οικοδομικό υλικό θεμελιώθηκαν μερικοί κτιστοί κιβωτιόσχημοι τάφοι, ενώ την ίδια περίοδο ορισμένοι του ίδιου τύπου εισήχθησαν στην επιφάνεια των τύμβων. Η χρήση αυτών των τάφων διήρκεσε έως και τον 13ο αι. π.Χ.
      Από την αρχή της ανακτορικής περιόδου κατασκευάζονται οι πρώτοι λαξευτοί θαλαμοειδείς τάφοι, που σταδιακά καταλαμβάνουν ολόκληρο το λόφο. Η πυκνότητά τους είναι τόσο μεγάλη, ώστε διαφαίνεται προσπάθεια εξαντλητικής εκμετάλλευσης του διαθέσιμου μαλακού πετρώματος και του χώρου, αλλά προδίδει και τη μεγάλη αύξηση του πληθυσμού. Οι λαξευτοί τάφοι χρησιμοποιούνται αδιάκοπα έως το τέλος των μυκηναϊκών χρόνων, όταν το νεκροταφείο εγκαταλείπεται οριστικά (μέσα 11ου αι. π.Χ.). Τα υπόγεια αυτά μνημεία είναι επίσης οικογενειακά και φιλοξενούσαν πολλαπλές ταφές. Η ανασκαφική έρευνα έχει φέρει στο φως 28 τάφους, τα ευρήματα των οποίων επέτρεψαν την προσέγγιση του χαρακτήρα της μυκηναϊκής εγκατάστασης. Ως προς τα αρχιτεκτονικά τους χαρακτηριστικά, οι κατηφορικοί δρόμοι που οδηγούν στους υπόγειους θαλάμους έχουν μικρό σχετικά μήκος, τα στόμια των εισόδων είναι χαμηλά και οι θάλαμοι είναι αποκλειστικά κυκλικοί και σπανιότερα πεταλόσχημοι με μέτριες διαστάσεις. Από τα ταφικά έθιμα ξεχωρίζουν μερικές ταφές σε πλακοσκεπείς λάκκους, η εκτεταμένη χρήση φορείων ή κλινών για την εναπόθεση των νεκρών, η τοποθέτηση δισκοειδών και άλλων σημάτων στην είσοδο ή την κορυφή των τάφων κ.ά.

     Το έτος 1994, δεύτερο χρόνο των ανασκαφών στο προϊστορικό νεκροταφείο των Πορτών, εντοπίστηκε και ερευνήθηκε ασύλητος θαλαμωτός τάφος, στον οποίο είχε κηδευτεί με πλήρεις τιμές ένας αξιωματούχος και πολεμιστής του οικισμού. Ο επιφανής νεκρός ασκούσε εν ζωή διοικητικές και στρατιωτικές εξουσίες, περίπου λίγο μετά από τα μέσα του 12ου αι. π.Χ. Εκτός από τα κεραμικά του κτερίσματα και μία χάλκινη φιάλη, το νεκρό συνόδευαν βαρύτιμα επιθετικά και αμυντικά όπλα: ένα μακρύ ξίφος κοπής ιταλικής τυπολογίας μαζί με τη φθαρτή θήκη του, η λόγχη και το μαχαίρι του, ένα ζεύγος χάλκινων επικνημίδων με συρμάτινες δέστρες και ένα σπάνιο χαλκεπένδυτο ψάθινο κράνος, παρόμοιο με αυτά των Λαών της Θαλάσσης, όλα κατασκευασμένα τοπικά με κυπριακό χαλκό. Η ταφή αυτή, μία από τις σημαντικότερες του μυκηναϊκού κόσμου του 12ου αι., βοήθησε στην προσέγγιση των κοινωνικών και πολιτικών δομών σε τοπικό επίπεδο.

            Το προϊστορικό νεκροταφείο και ο οικισμός των Πορτών αποτελούν επισκέψιμο και οργανωμένο αρχαιολογικό χώρο σε έκταση 42 στρεμμάτων, υπό την εποπτεία της Εφορείας Αρχαιοτήτων Αχαΐας. Υπάρχουν εγκαταστάσεις εξυπηρέτησης κοινού, διαδρομές κίνησης επισκεπτών, εποπτικό υλικό, πληροφοριακός οδηγός και λοιπές υποδομές, που εξασφαλίζουν την άνετη και εποικοδομητική επίσκεψη στο χώρο.


            Βιβλιογραφία

Ι. Μόσχος, Αχαΐα. Ιστορικό και αρχαιολογικό περίγραμμα. Προϊστορικοί χρόνοι, στο Α.Γ. Βλαχόπουλος (επιμ.), Αρχαιολογία. Πελοπόννησος, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 2012.
Λ. Κολώνας, Δίκτυο επισκέψιμων μυκηναϊκών οικισμών και νεκροταφείων επαρχίας Πατρών. Χαλανδρίτσα, Καταρράκτης, Μιτόπολη, Σπαλιαρέικα, Ελαιοχώρι, Πόρτες, Αθήνα 2008.
Ι. Μόσχος, Οι Μυκηναίοι στην Αχαΐα, Εταιρία Μελετών Μυκηναϊκής Αχαΐας, Φαίδιμος 1, Πάτρα 2007.
I. Moschos, Prehistoric Tumuli at Portes in Achaea. First Preliminary Report, Proceedings of the Danish Institute at Athens III, 2000, 9–49.
Λ. Κολώνας, Μυκηναϊκές εγκαταστάσεις στην ορεινή Δυμαία Χώρα, στο A.Δ. Ριζάκης (επιμ.), Αχαϊκό Τοπίο ΙΙ: Δύμη και Δυμαία Χώρα, Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου «Δυμαία-Βουπρασία, Κάτω Αχαΐα, 6-8 Οκτωβρίου 1995, Μελετήματα 29, Αθήνα 2000, 93–98.