Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

Η καλλιέργεια της σταφίδας και η δημιουργία των οικισμών στη Δυτική Αχαΐα

Κώστας Παπαγιαννόπουλος
Αρχαιολόγος-Ιστορικός

Δεν έχουν περάσει ακόμα διακόσια χρόνια από τότε που η Ελλάδα απελευθερώθηκε από τους Οθωμανούς. Μέσα στο νέο κράτος που δημιουργήθηκε περιλαμβανόταν και η Δυτική Αχαΐα, η οποία είχε ένα πολύ διαφορετικό πρόσωπο από αυτό που βλέπουμε σήμερα. Υπήρχαν λίγοι οικισμοί και μεγάλο μέρος του εδάφους ήταν ακαλλιέργητο, καθώς πολλοί από τους σημερινούς οικισμούς δημιουργήθηκαν μετά την Επανάσταση με την εγκατάσταση νέων οικογενειών κυρίως από τα ορεινά μέρη της Αχαΐας, αλλά και από άλλες περιοχές της Ελλάδας. Στην αρχή η εγκατάστασή τους ήταν προσωρινή, γρήγορα όμως οι συνθήκες τους υποχρέωσαν να κατοικήσουν μόνιμα στις νέες περιοχές. 


Μάζεμα αποξηραμένης σταφίδας
Η επικερδής καλλιέργεια της σταφίδας έπαιξε κα­ταλυτικό ρόλο για τη μετακίνηση των ορεινών πληθυσμών. Ως γνωστόν, η σταφίδα, και ιδιαίτερα  η κορινθιακή σταφίδα είναι ένα ευαίσθητο προϊόν που ευδοκιμεί στα παραλιακά μέρη του Πατραϊκού και του Κορινθιακού κόλπου. Πιο συγκεκριμένα, κύριοι τόποι παραγωγής της είναι η δυτική και η βόρεια Πελοπόννησος (από τη Γαστούνη ως την Κόρινθο), η Ζάκυνθος, η Αιτωλία και η Ναύπακτος, και μάλιστα συνήθως σε απόσταση έως 5 χλμ. ή, σπάνια, έως 8 χλμ. από την ακτή. Αυτό σημαίνει ότι η προσπάθεια και το κόστος για τη μεταφορά του προϊόντος δεν αποτελούσαν ιδιαίτερο πρόβλημα και σε συνδυασμό με τη χαμηλή φορολογία του, την αυξανόμενη ζήτηση στις αγορές του εξωτερικού και την εύκολη χορήγηση πιστώσεων από τις τράπεζες, συνιστούσαν τους βασικούς λόγους για τους οποίους η καλλιέργειά του ήταν ελκυστική.
Τρύγος σταφίδας

Ωστόσο, η καλλιέργεια και η εμπορία της σταφίδας δεν είναι το μοναδικό κίνητρο που ώθησε αυτούς τους πληθυσμούς να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους εστίες. Η εγκατάσταση σε νέους οικισμούς και η ενασχόληση με τις γεωργικές εκμεταλλεύσεις προϋπέθετε την ύπαρξη μεγάλων εκτάσεων, οι οποίες θα μπορούσαν με συστηματική καλλιέργεια να αποδώσουν ένα ικανό εισόδημα ή – ανάλογα με το μέγεθος και τη θέση των κτημάτων –ακόμα και να δημιουργήσουν μια οικονομική βάση για περαιτέρω επενδύσεις. Τέτοιες εκτάσεις, εκτός από την Εκκλησία, διέθετε το ελληνικό κράτος, οι οποίες περιήλθαν στην κατοχή του μετά την αποχώρηση των Οθωμανών από την Ελλάδα. Είναι οι γνωστές με την ονομασία «εθνικές γαίες» ή «εθνικά κτήματα».

Οι περισσότερες από τις εκτάσεις αυτές ήταν ακαλλιέργητες, καλυμμένες με δασική ή χορτολιβαδική βλάστηση που ευνοούσε την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας. Ορισμένες εκτάσεις είχαν μείνει ακαλλιέργητες ήδη από τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας καθώς δεν υπήρχαν αρκετά εργατικά χέρια, αφού μεγάλο μέρος του πληθυσμού είχε καταφύγει στις πόλεις ή στα ορεινά. Ακόμα και οι λίγες εκτάσεις που καλλιεργούνταν συστηματικά πριν από την Επανάσταση, είχαν καταντήσει χέρσες και οι καλλιέργειες είχαν καταστραφεί εξαιτίας των πολεμικών επιχειρήσεων.

Το ελληνικό κράτος φάνηκε στην αρχή απρόθυμο να διανείμει ή να εκποιήσει τα εθνικά κτήματα. Πράγματι, μέχρι το 1870 μόνο ένα μικρό μέρος των κτημάτων αυτών διανεμήθηκε με μια σειρά νόμων, πρώτος από τους οποίους ήταν ο Νόμος της Προικοδότησης του 1835. Ο νόμος αυτός περιλάμβανε παραχωρήσεις γαιών έναντι ορισμένου τιμήματος και ονομάστηκε νόμος περί «προικοδότησης», ακριβώς διότι αποτέλεσε μια μορφή «προίκας» προς τον ελληνικό λαό ως αντάλλαγμα του αγώνα του και της προσφοράς του κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821. Δυστυχώς, οι πρώτοι που επωφελήθηκαν από το νόμο της Προικοδότησης του 1835 ήταν οι πρόκριτοι και οι έμποροι. Αυτοί απέσπασαν τις πιο αποδοτικές γαίες, τις οποίες είτε είχαν ήδη καταπατήσει και ο νόμος ήρθε απλώς να τους τις παραχωρήσει και επίσημα ή τις απέκτησαν κατά τη διανομή ως ισχυροί με την πλημμελή εφαρμογή του νόμου. Ωστόσο, οι παραχωρήσεις εθνικών γαιών αφορούσαν στο μεγαλύτερό τους ποσοστό κλήρους μικρότερους των 10 στρεμμάτων. Επιπλέον, οι εθνικές γαίες που αποσπάστηκαν από τα ισχυρά κοινωνικά στρώματα, αν και ήταν οι πιο αποδοτικές, δεν ήταν συνεχείς, βρίσκονταν δηλαδή σε διάφορες θέσεις και συνήθως δεν ξεπερνούσαν τα 50 στρέμματα σε κάθε θέση.
Αποξήραση και συλλογή σταφίδας

Μετά το 1835 ακολούθησαν άλλοι νόμοι, όπως ο νόμος «περί της εκποιήσεως των εθνικών κτημάτων» του 1836 και ο νόμος «περί παραχωρήσεως εθνικών γαιών εις τους φαλαγγίτας» του 1838. Οι νόμοι αυτοί επέτρεψαν σε μικρούς και μεσαίους κτηματίες να συμμετάσχουν στη διαδικασία πλειστηριασμού των εθνικών κτημάτων. Τη συμμετοχή τους ευνοούσε ο διαφορετικός τρόπος φορολόγησης, δηλαδή η επαναφορά του φυσικού φόρου της δεκάτης και η δυνατότητα αποπληρωμής με γραμμάτια, τα λεγόμενα φαλαγγίτικα γραμμάτια. Το μειονέκτημα όμως ήταν ότι οι εκτάσεις αυτές βρίσκονταν μακριά από το αστικό κέντρο και το λιμάνι της Πάτρας και ήταν λιγότερο αποδοτικές.

Οι μελλοντικοί κάτοχοι των εκτάσεων αυτών για να μπορέσουν να αναπτύξουν οποιαδήποτε γεωργική εκμετάλλευση, έπρεπε πρώτα από όλα να τις εκχερσώσουν και να προετοιμάσουν το έδαφος για τη νέα καλλιέργεια (συνήθως σταφίδα, αλλά και ελιές, αμυγδαλιές κ.ά). Αυτό όμως απαιτούσε εργατικά χέρια και συνεχή προσπάθεια. Πράγματι, οι νέοι ιδιοκτήτες όταν εγκαθίσταντο σε κάποιο τμήμα εθνικής γης προέβαιναν στον ακόλουθο διακανονισμό: «ένας κεφαλαιούχος αγόραζε ορισμένη έκταση γης και την έδινε σε μια αγροτική οικογένεια για να την καλλιεργήσει. Το σύνολο των άλλων δαπανών και της εργασίας τα αναλάμβανε η οικογένεια, ωσότου η νέα φυτεία άρχιζε να καρποφορεί, δηλαδή για μια περίοδο περίπου έξι χρόνων. Τότε κατά τη συμφωνία τους μοίραζαν τη γη σε δύο ίσα τεμάχια, από τα οποία ένα έμενε στον αρχικό ιδιοκτήτη, δηλαδή στον κεφαλαιούχο, ενώ το άλλο παρέμενε στην οικογένεια των χωρικών, ως ελεύθερη πλέον ιδιοκτησία τους, έναντι της εργασίας και των δαπανών καλλιέργειας».

Δεν μπορούμε όμως να μιλήσουμε για μαζική κάθοδο των ορεινών πληθυσμών προς τα πεδινά και ενασχόληση με τη σταφιδοκαλλιέργεια ήδη από την πρώτη φάση των μετακινήσεων. Από τη μια, όπως δείχνουν οι απογραφές του πληθυσμού αλλά και τα στατιστικά στοιχεία για την παραγωγή και εξαγωγή της κορινθιακής σταφίδας, οι εποχιακοί εργάτες που δούλευαν στα κτήματα των γαιοκτημόνων μέχρι το 1851 ήταν λίγοι, συνήθως 5-6 άτομα σε κάθε θέση. Σε αυτούς πρέπει να προσθέσουμε  κάποιους ακόμα μικροϊδιοκτήτες. Από την άλλη, επειδή η σταφίδα αρχίζει να αποδίδει καρπούς μετά από έξι χρόνια και φτάνει στο μέγιστο της απόδοσης στα δεκαπέντε χρόνια, οι πρώτες φυτείες άρχισαν να βρίσκονται στο παραγωγικό στάδιο μετά το 1841 και ιδιαίτερα μετά το 1851, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων που αφορούσαν σε καταπατημένες εκτάσεις ή σε μικρές και ελάχιστα αποδοτικές εκτάσεις που ανήκαν σε κατοίκους των παλαιών χωριών.

Έπειτα, την άνοδο της σταφιδοκαλλιέργειας και την εγκατάσταση περισσότε­ρων οικογενειών στα πεδινά ανέκοψε η εμφάνιση της ασθένειας του μύκητα κατά το διάστημα 1850-1858 και ιδιαίτερα το 1852-1856. Πολλοί εποχιακοί εργάτες ή μικροϊδιοκτήτες εγκατέλειψαν τα κτήματά τους και επέστρεψαν στα ορεινά. Κερδισμένοι από την καταστροφή της σοδειάς βγήκαν ορισμένοι έμποροι που προαγόραζαν τον καρπό του επόμενου έτους αλλά και οι τοκογλύφοι. Η ασθένεια των σταφιδαμπέλων καταπολεμήθηκε βέβαια μερικά χρόνια αργότερα, αρχικά με τον περιορισμό του ύψους των δένδρων και μετά με το θειάφισμα. Παρόλα αυτά η κερδοσκοπία δεν έπαψε να υπάρχει καθώς ορισμένοι που έμαθαν, ότι η ασθένεια θεραπεύεται στην Ιταλία και αλλού, έσπευσαν να μεταφέρουν από εκεί μεγάλες ποσότητες θειάφι, το οποίο διέθεσαν ανεξέλεγκτα στη μαύρη αγορά.

Από το 1858 λοιπόν το σκηνικό αλλάζει. Η νέα αρχή που γίνεται για εγκατάσταση στην πεδιάδα φαίνεται πλέον καθαρά στην απογραφή του 1861, όπου παρουσιάζεται μια μικρή αύξηση πληθυσμού. Ο εποικισμός προχωρεί ακόμα περισσότερο μετά τη δημοσίευση των νόμων του 1863 και 1867 «περί εκποιήσεως των Εθνικών, Επισκοπικών και των εις τας διαλελυμένας Μονάς ανηκόντων φθαρτών κτημάτων». Τότε παραχωρούνται καλλιεργημένες εκτάσεις με σταφιδαμπέλους που ανήκαν στο Δημόσιο έναντι μικρού τιμήματος και με ευκολίες πληρωμής.

Η μαζική κάθοδος, λοιπόν, των ορεινών πληθυσμών και η ενασχόληση με τη σταφιδοκαλλιέργεια παρατηρείται μετά το 1871 που τέθηκε σε εφαρμογή η αγροτική μεταρρύθμιση και ιδιαίτερα μετά το 1877 που εντάθηκε η ζήτηση της σταφίδας στις αγορές του εξωτερικού. Ως γνωστόν, η ζήτηση της σταφίδας εντάθηκε στο διάστημα 1877-1893, όταν τα γαλλικά αμπέλια προσβλήθηκαν από φυλλοξήρα και η τιμή του ποιοτικού οίνου εκτοξεύτηκε στα ύψη. Τότε η Γαλλία άρχισε να εισάγει μεγάλες ποσότητες σταφίδας από την Ελλάδα για να καλύψει τις ανάγκες για παραγωγή κρασιού (δεύτερης ποιότητας). Η σταφίδα με τον υψηλότερο αλκοολικό βαθμό στη Μεσόγειο χρησιμοποιούταν ως υποκατάστατο του σταφυλιού είτε χλωρή για ανάμειξη ή ξερή και από αυτή παραγόταν ο λεγόμενος σταφιδίτης ή ξηροσταφιδίτης ή «ωδιβέρτειος» οίνος. Το 1893 τα γαλλικά αμπέλια θεραπεύτηκαν και η χώρα αυτή εφάρμοσε προστατευτικό δασμολόγιο με αποτέλεσμα να πέσει κατακόρυφα η ζήτηση της σταφίδας και να ξεσπάσει στην Ελλάδα η περίφημη «σταφιδική κρίση». Το διάστημα λοιπόν 1871-1893 χαρακτηρίζεται από την εντατική προσπάθεια μετατροπής ακαλλιέργητων ή και δασωδών εκτάσεων σε χώρους κατάλληλους για το φύτεμα της σταφίδας, αλλά είναι ταυτόχρονα και η «χρυσή εποχή» για τους σταφιδοκαλλιεργητές.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αγριαντώνη, Χ. 20012. H ελληνική οινοβιομηχανία τον 19ο αιώνα: από την αναζήτηση της ποιότητας στον σταφιδίτη. Στο Iστορία του ελληνικού κρασιού, B΄ Tριήμερο Eργασίας, Σαντορίνη, 7-9 Σεπτεμβρίου 1990, 133-144. Αθήνα: Πολιτιστικό Tεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ.
Αρώνη-Τσίχλη, Κ. 1997. Αγροτικοί αγώνες κατά τη σταφιδική κρίση 1893-1905. Τα Ιστορικά 14(26), 87-102.
Κουτρουβίδης, Σ. 2010. Συγκέντρωση γης και επενδυτικές πρακτικές στον δήμο Δύμης το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Τα Ιστορικά 52(Ιούνιος), 27-50.
Μούλιας, Χ.Α. 2000. Το λιμάνι της σταφίδας, Πάτρα 1828-1900. Εμπόριο, βιομηχανία, τράπεζες, ασφάλειες. Πάτρα: Περί Τεχνών.
Παπαγιαννόπουλος, Κ. 2009. Η δημιουργία των χωριών. Στο Βραχναίικα και Μονοδένδρι: Αρχαιολογία του Τοπίου και Τοπική Ιστορία, Κ. Παπαγιαννόπουλος (επιμ.), 105-134. Βραχναίικα: Δημοτική Επιχείρηση Πολιτιστικής Ανάπτυξης Βραχναιίκων/ Ινστιτούτο Τοπικής Ιστορίας (Ι.Τ.Ι.) & Ομάδα Αρχαιολογίας του Τοπίου (ΟΜ.ΑΡ.Τ.), Ιστορία Δυτικής Αχαΐας 3.
Πετρόπουλος, Ι. & Α. Κουμαριανού 1977. Το Ελληνικό κράτος από το 1833 ως το 1862: Περίοδος βασιλείας του Όθωνος 1833-1862. Στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 13, 8-105. Αθήναι: Εκδοτική Αθηνών.