Τρίτη, 27 Ιουνίου 2017

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ ΤΗΣ ΑΧΑΪΑΣ


  
Ξενοφών Αργ. Παπαευθυμίου 
Συντηρητής Έργων Τέχνης – Μουσειολόγος

Στον πολεοδομικό ιστό και στα περίχωρα των αστικών κέντρων της Αχαΐας, με μεγάλη βιομηχανική παράδοση, βρίσκονται διάσπαρτα πολλά κτίρια και συγκροτήματα, που στέγαζαν διάφορες βιοτεχνικές και βιομηχανικές δραστηριότητες, αρκετά από τα οποία συνεχίζουν να έχουν ακόμη κάποια χρήση, κυρίως δευτερεύουσα –αποθηκευτικοί και βοηθητικοί χώροι- ή να στεγάζουν νέες χρήσεις αποτελώντας παράδειγμα χρηστικής συνέχειας ή επανάχρησης.  Πολλά όμως είναι εκείνα τα κτίρια που δεν χρησιμοποιούνται πλέον, λόγω της γήρανσης (αδυναμία συντήρησης και αποκατάστασης από τους ιδιοκτήτες) ή της παύσης της δραστηριότητας που αρχικά στέγαζαν, λόγω αλλαγής των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών (οικονομική ύφεση, αποβιομηχάνιση, κλπ), παρουσιάζοντας συχνά εικόνα εγκατάλειψης και ερείπωσης, όντας έτσι ανενεργά και σημεία διακοπής της δράσης και των λειτουργιών των πόλεων.

Το κτιριακό αυτό απόθεμα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις τοπικές κοινωνίες γιατί εκτός από την ιστορική και αρχιτεκτονική του αξία, αποτελεί ένα ζωτικής σημασίας κομμάτι του πολεοδομικού ιστού των πόλεων, άρα και της ζωής των πολιτών και ταυτόχρονα ένα υλικοτεχνικό κεφάλαιο του οποίου η αξιοποίηση θα δώσει νέες προοπτικές ανάπτυξης και αναβάθμισης της οικονομικής ζωής και του αστικού περιβάλλοντος των πόλεων.

Τα χαρακτηριστικά των παλαιών βιομηχανικών συγκροτημάτων και κτιρίων ποικίλουν ανάλογα με τη θέση που κατέχουν στον αστικό ιστό και τη μορφολογία τους, δηλαδή το είδος και το μέγεθος των κτιριακών εγκαταστάσεων και τους περιβάλλοντες ελεύθερους χώρους.

Υπάρχουν λοιπόν βιομηχανικές μονάδες διάσπαρτες μέσα στον ιστό της πόλης, καθώς κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ου αιώνα δεν υπήρχαν οριοθετημένες βιομηχανικές ζώνες και κριτήρια για την χωροθέτησή τους ήταν η ύπαρξη προϋπάρχουσας και κατάλληλης οικοπεδικής ιδιοκτησίας και η εξυπηρέτηση των αναγκών της μονάδας, σε παραγωγικό επίπεδο (διαθέσιμες πρώτες ύλες, πηγές ενέργειας, κλπ.) και σε συγκοινωνιακό επίπεδο (προσβασιμότητα εγκαταστάσεων, διακίνηση προϊόντων, κλπ.)

Έτσι έχουμε τη συγκέντρωση πολλών μονάδων σε περιοχές -κυρίως περιφερειακές συνοικίες- με πλούσια υπόγεια ύδατα, τα οποία ήταν απαραίτητα αρχικά για την κίνησή τους (υδροκίνητες, ατμοκίνητες μονάδες) και για την παραγωγική και επεξεργασία των προϊόντων (χαρτοποιίες, βυρσοδεψία, ελαιουργίες-σαπωνοποιίες, κλπ.)

Ο παράγοντας της προσβασιμότητας και των μεταφορών (προμήθεια πρώτων υλών, τεχνολογικού εξοπλισμού, μεταφορά εμπορευμάτων) ήταν επίσης καθοριστικός για την επιλογή της θέσης κυρίως των μεγάλων βιομηχανικών μονάδων, γι’ αυτό και πολλές από αυτές δημιουργήθηκαν κοντά στη λιμενική ζώνη των παραλιακών πόλεων –κυρίως αυτές των οποίων τα προϊόντα είχαν εξαγωγικό ενδιαφέρον (σταφιδεργοστάσια και αποθήκες)- ενώ πολλές άλλες μονάδες ήταν χτισμένες κοντά στους σιδηροδρομικούς σταθμούς, ή και λίγο μακρύτερα στις παρυφές των πόλεων, κατά μήκος όμως των σιδηροδρομικών γραμμών, όπου συχνά δημιουργείτο μικρός σταθμός ή παράκαμψη για την φόρτωση και εκφόρτωση εμπορευμάτων και πρώτων υλών.

Συναντιόνται όμως αρκετά παλαιά βιομηχανικά κτίρια, μικρής ή μεσαίας κλίμακας, ακόμη και στις πυκνοκατοικημένες περιοχές του πολεοδομικού ιστού, καθώς δημιουργήθηκαν σε παλαιά ιδιόκτητα οικόπεδα, και συχνά αποτελούσαν μετεξελίξεις προηγούμενων δραστηριοτήτων (αλευροποιίες, κλωστήρια και πλεκτήρια), εξυπηρετούσαν καθημερινές ανάγκες της περιοχής (Λιθογραφεία, ξυλουργία, μηχανουργία) ή ακόμη απασχολούσαν εργατικό προσωπικό  από την περιοχή.

Με την οικοδομική ανάπτυξη και πολεοδομική επέκταση των μεταπολεμικών χρόνων, σχεδόν όλα τα παλαιά βιομηχανικά κτίρια και συγκροτήματα, ακόμη και όσα είχαν κτιστεί έξω από την πόλη, βρέθηκαν να αποτελούν τμήματα του πολεοδομικού ιστού και να συνυπάρχουν με κατοικίες, σχολεία, υπηρεσίες και ήπιες, μικρής κλίμακας επαγγελματικές  δραστηριότητες, καταλαμβάνοντας μεγάλες εκτάσεις -από  ένα μέχρι και περισσότερα οικοδομικά τετράγωνα- με κτιριακές εγκαταστάσεις και ελεύθερους χώρους που στις περισσότερες περιπτώσεις έμειναν κενοί και αχρησιμοποίητοι λόγω της παύσης λειτουργίας τους που ήταν αποτέλεσμα των μεταβολών στον οικονομικό και παραγωγικό τομέα των τελευταίων δεκαετιών.


Πρέπει λοιπόν αυτές οι παλιές βιομηχανικές μονάδες να αποτελέσουν ξανά παράγοντες ανάπτυξης και αναζωογόνησης σε κοινωνικοοικονομικό και περιβαλλοντικό επίπεδο, αποκτώντας νέους ρόλους και προοπτικές, σύμφωνα με τις ανάγκες και συνθήκες που έχουν αναπτυχθεί στις σύγχρονες κοινωνίες.

Η πρακτική της κατεδάφισης και αντικατάστασής από νέα κτίρια συχνά μεγαλύτερου μεγέθους και κάλυψης, χάριν της εκμετάλλευσης που έφερε ο θεσμός της αντιπαροχής από τις αρχές της δεκαετίας του ΄60 και μετά, αποδείχτηκε ότι δεν ήταν και η καλύτερη, καθώς αποστέρησε τον τόπο από βιομηχανικά και αρχιτεκτονικά μνημεία μεγάλης αξίας και επιβάρυνε πολεοδομικά την σύγχρονη πόλη και τις περιφερειακές της συνοικίες με την υπερδόμηση, χωρίς τη δημιουργία νέων αναπτυξιακών δραστηριοτήτων και προοπτικών.

Το ζητούμενο, επομένως, είναι οι υπάρχοντες παλαιοί βιομηχανικοί χώροι να  αποτελέσουν νησίδες ανάσας στα πυκνοδομημένα αστικά κέντρα και σε υποβαθμισμένες συνοικίες με τη διατήρηση των κτιριακών υποδομών και των ελεύθερων χώρων που τις περιβάλλουν, στεγάζοντας χρήσεις και δραστηριότητες που εξυπηρετούν σύγχρονες ανάγκες και τομείς της ζωής.
Τομείς τέτοιοι μπορεί να είναι:

  • οι πολιτιστικές καλλιτεχνικές δράσεις (πολιτιστικά κέντρα, μουσειακοί χώροι, βιβλιοθήκες, γκαλερί, θεατρικοί και συναυλιακοί χώροι, κλπ.)
  • οι επιχειρηματικές δραστηριότητες στο χώρο του εμπορίου και της μεταποίησης ή της παραγωγής προϊόντων που καλύπτουν σύγχρονες ανάγκες
  • οι επιχειρήσεις - πολυχώροι διασκέδασης, ψυχαγωγίας και εστίασης
  • οι δραστηριότητες εκπαιδευτικού και συνεδριακού χαρακτήρα (εκπαιδευτικοί οργανισμοί και επιχειρήσεις, ινστιτούτα, συνεδριακά κέντρα, κλπ.)
  • οι επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών καινοτόμου χαρακτήρα (ερευνητικά κέντρα, κέντρα ανάπτυξης νέων τεχνολογιών, κλπ.)
  • οι τουριστικού χαρακτήρα επιχειρήσεις (ναυτιλιακές εταιρίες, ξενοδοχειακοί χώροι, κλπ.)

που μπορούν να εκμεταλλευτούν τη θέση και τους χώρους ενός παλαιού βιομηχανικού συγκροτήματος, σε συνδυασμό με τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά και την ιστορία του αποτελώντας πόλο και αφορμή ανάπτυξης και ανάπλασης για την ευρύτερη περιοχή, καθώς οι νέα χρήση ή ο συνδυασμός αλληλοσυμπληρωνόμενων και αλληλοϋποστηριζόμενων δραστηριοτήτων μπορεί να αποτελέσει βιώσιμη λύση με αναπτυξιακές προοπτικές, ευεργετικές για τις τοπικές κοινωνίες.