Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

Ιστορία (άνευ) προσανατολισμού

Κωνσταντίνος Βιέννας
Φοιτητής Νομικής

Το ζήτημα της διδασκαλίας της Ιστορίας στις σχολικές αίθουσες είναι ένα ζήτημα που δεν έπαψε ποτέ να απασχολεί τη σχολική κοινότητα, τους πολιτικούς της προϊστάμενους και την κοινωνία εν γένει. Από το αποσυρθέν βιβλίο της ΣΤ' Δημοτικού με τον περιβόητο "συνωστισμό" στη Σμύρνη και τις αντιδράσεις που αυτό είχε προκαλέσει, ως τις σημερινές διαφωνίες κυβέρνησης και αντιπολίτευσης για την ύλη των σχολικών βιβλίων, καθίσταται απολύτως σαφές πως στη χώρα μας η διδασκαλία αυτής της σπουδαίας επιστήμης, αποτελεί ανοιχτή πληγή που δεν τιμά το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Η πιο μεγάλη απόδειξη είναι η Ιστορία Προσανατολισμού, στην οποία εξετάζονται κάθε χρόνο οι δεκάδες χιλιάδες υποψήφιοι των ανθρωπιστικών σπουδών.

Το πρώτο μεγάλο ζήτημα της Ιστορίας Προσανατολισμού είναι το ίδιο το εξεταζόμενο βιβλίο. Αποτελούμενο από πέντε ασύνδετα μεταξύ τους μέρη, ακροβατεί μεταξύ της οικονομικής και πολιτικής ανάλυσης αφ’ ενός και των παθών των Ελλήνων προσφύγων, των Κρητών ως την ένωση με την Ελλάδα και του Ποντιακού Ελληνισμού αφ’ ετέρου. Είναι πρόδηλο ότι μια τέτοια διάρθρωση δεν είναι λειτουργική, αφού η έλλειψη ενότητας μεταξύ των μερών του βιβλίου οδηγεί τους συγγραφείς σε αναπόφευκτες επαναλήψεις και τον αναγνώστη/μαθητή σε σύγχυση.

Μάλιστα, η συγγραφική ομάδα επιμένει, με εξαίρεση ίσως το κεφάλαιο για τα κόμματα, σε έναν αχρείαστο λυρισμό, με περίτεχνες λογοτεχνικές εκφράσεις που δίνουν στο βιβλίο υφή μυθιστορήματος και όχι ιστορικού έργου. Επιπλέον, εντοπίζονται και εξόφθαλμοι σολοικισμοί, ακόμα και αναντιστοιχία στον αριθμό του ρήματος και του υποκειμένου (!), επιτείνοντας έτσι το αίσθημα σύγχυσης του μαθητή μπροστά σε τούτο το δυσνόητο σύγγραμμα.

Το βασικότερο όμως πρόβλημα της Ιστορίας Προσανατολισμού δεν είναι το βιβλίο· είναι ο τρόπος εξέτασης και (συνεκδοχικά) ο τρόπος εκμάθησης της εξεταστέας ύλης. Ορμώμενοι είτε από την ανασφάλειά τους κατά την διόρθωση, είτε από την έλλειψη ιστορικών γνώσεων, καθώς πολλοί εξ αυτών δεν είναι ιστορικοί, οι καθηγητές που διορθώνουν τα γραπτά έχουν επιλέξει να υποστηρίζουν, με τον τρόπο που βαθμολογούν, την στείρα αποστήθιση. Λέξη - λέξη, γραμμή - γραμμή, με το βιβλίο στο χέρι, βαθμολογούν όχι τη γνώση, αλλά την πιστή ανατύπωση των γραφόμενων στο σχολικό εγχειρίδιο. Είναι εύκολα αντιληπτό πως αυτή η παρανοϊκή μέθοδος εξέτασης αποτελεί σοβαρή επιβάρυνση για τους μαθητές, που πρέπει να εντυπώσουν στο μυαλό τους πάνω από 100 σελίδες και να μιμηθούν έναν τρόπο γραφής και σκέψης διαφορετικό από το δικό τους.

Το Υπουργείο Παιδείας, μάλιστα, επειδή η τάση αυτή της αποστήθισης υπάρχει de facto, δεν έχει λάβει μέτρα για να αντιστρέψει την κατάσταση 1. Κάτι τέτοιο όμως δεν θα έπρεπε να μας εκπλήσσει σε μια χώρα της οποίας το εκπαιδευτικό σύστημα υποστηρίζει την απομνημόνευση, ήδη από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού.

Το μόνο που έκανε το Υπουργείο ήταν να προσθέσει στις εξετάσεις τις πηγές, κείμενα δηλαδή τα οποία ο μαθητής καλείται να συνδυάσει με τις ιστορικές γνώσεις (κατ’ ευφημισμόν, αφού ο όρος εννοεί απλώς και μόνο τις πληροφορίες του βιβλίου). Η ιδέα ήταν σωστή, διότι θα μπορούσε να βοηθήσει, ώστε ο μαθητής να εκδηλώνει την κριτική του σκέψη, να σκέφτεται συνδυαστικά και να καταλήγει σε ένα κείμενο δικό του, με βάση τις πληροφορίες που του δίνονται. Τελικά, όμως, αντί να βελτιώσουν την κατάσταση, οι πηγές ανέδειξαν έτι περαιτέρω το πρόβλημα, αφού η κατάληξη ήταν να αντιγράφει ο μαθητής και πάλι τα λόγια του βιβλίου αυτολεξεί και να παρεμβάλλει, όπου χρειάζεται, τις αντίστοιχες πληροφορίες από την πηγή, δημιουργώντας κείμενα που βασίζονται και πάλι στην αποστήθιση.

Με αυτά τα δεδομένα, το αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε παρά να είναι τραγικό. Οι προσωπικές γνώσεις του καθενός εκμηδενίζονται, και μετρά μόνο η ικανότητα απομνημόνευσης· αριστεύουν έτσι στο μάθημα της Ιστορίας Προσανατολισμού άτομα με πενιχρές γνώσεις, που δεν μπορούν να εξηγήσουν βασικούς όρους ή δεν θυμούνται σημαντικά γεγονότα της ελληνικής και παγκόσμιας ιστορίας. Η διαδικασία χάνει το νόημά της, και η εξέταση στερείται οποιασδήποτε αξιοπιστίας, αφού δεν αξιολογεί σκέψη, γνώση και κρίση, αλλά μόνο την πιστή αντιγραφή του σχολικού βιβλίου.

Κι είναι σαφές ότι μια τέτοια κατάσταση απαιτείται να αλλάξει. Χρειάζεται νέο, ενιαίο και εύληπτο σύγγραμμα, που θα επιτρέπει στον μαθητή όχι μόνο να μαθαίνει, αλλά και να κατανοεί τί μαθαίνει. Χρειάζεται νέος τρόπος εξέτασης, με συνδυασμό ερωτήσεων κατανόησης, πολλαπλής επιλογής και πηγές τις οποίες ο μαθητής θα συνδυάζει ελεύθερα με τα όσα γνωρίζει (ακόμα κι αν δεν τα έμαθε από το σχολικό εγχειρίδιο) και θα καταλήγει σε ένα κείμενο που θα αντανακλά τις γνώσεις και τις διανοητικές ικανότητές του και όχι το πόσο καλά απομνημόνευσε ένα κείμενο. Χρειάζεται, ακόμα, η διόρθωση των γραπτών να γίνεται αποκλειστικά από ιστορικούς, που θα μπορούν να αξιολογήσουν τις γνώσεις του μαθητή και να τον κρίνουν για το περιεχόμενο του γραπτού του και όχι για την ποιότητα της αντιγραφής του βιβλίου. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να ξαναδώσουμε στη διδασκαλία της Ιστορίας τον αληθινό Προσανατολισμό της, να την καταστήσουμε όχι μόνο σύνδεση με το παρελθόν, αλλά και πυξίδα για το μέλλον...

1 Τα τελευταία χρόνια υπάρχει στις Πανελλαδικές Εξετάσεις άσκηση "Σωστό-Λάθος", βασίζεται όμως και πάλι στην αποστήθιση, με την αντιγραφή προτάσεων από το βιβλίο είτε αυτολεξεί (στις "σωστές" προτάσεις) είτε με κάποια παραλλαγή (στις "λανθασμένες").