Παρασκευή, 1 Απριλίου 2016

ΑΡΧΑΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

Ευλογία ή κατάρα; Ο ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης(Μέρος Α)

Βασίλης Αργυρόπουλος Αρχαιολόγος

Είναι αρκετά συνηθισμένο το φαινόμενο μέσα στις ελληνικές πόλεις, κατά την διάρκεια των εκσκαφών για την ανέγερση μιας οικοδομής ή κάποιου δημόσιου τεχνικού έργου να βρίσκονται αρχαία κατάλοιπα. Κάθε φορά μετά την εύρεση των αρχαιοτήτων η Αρχαιολογική Υπηρεσία δεσμεύει το οικόπεδο, έως ότου ολοκληρώσει την σωστική ανασκαφική έρευνα. Έτσι, όλη αυτή η διαδικασία της ανασκαφής και της καθυστέρησης των οικοδομικών εργασιών είναι φυσικό επακόλουθο να δημιουργεί νέα δεδομένα στις σχέσης του πολίτη με τις αρχαιότητες. Συνήθης είναι επίσης η έντονη αντιπαράθεση μεταξύ των πολιτών με τους αρχαιολόγους, με αποτέλεσμα τα αρχαία από τους πρώτους να θεωρούνται απειλή και εμπόδιο στην ανάπτυξη της πόλης, ενώ η γραφειοκρατική δομή του Δημοσίου με την παράλληλη χρονική καθυστέρηση και οικονομική επιβάρυνση των ιδιοκτητών των οικοπέδων, έρχεται να επιτείνει το πρόβλημα.

Η παρουσία των αρχαιολογικών καταλοίπων στα οικόπεδα αναπόφευκτα δημιουργεί θέματα συνύπαρξής τους με το αστικό τοπίο και διλλήματα για το πώς αντιμετωπίζονται όταν τα αρχαία αποκαλύπτονται. Τα πιο βασικά ερωτήματα που τίθενται συνεχώς στην πρακτική καθημερινότητα είναι τα εξής: Τι γίνεται, όταν η διατήρηση ενός αρχαίου ή βυζαντινού κτηρίου προσκρούουν στο ιδιωτικό συμφέρον ή σε ένα κοινωφελές έργο; Ποια είναι ή ποια θα πρέπει να είναι η τύχη του καταλοίπου του παρελθόντος; Θα πρέπει να θυσιαστεί το παλιό έναντι του νέου ή και αντιστρόφως; Σε ποιο βαθμό θεωρούνται τροχοπέδη για την ανάπτυξη μιας πόλης;

Πριν απαντήσουμε στα παραπάνω ερωτήματα θα πρέπει να εξετάσουμε πρωτίστως πως μια πόλη με αρχαία, μια ιστορική πόλη, διαλέγεται καθημερινά με το παρελθόν της. Σε κάθε περίπτωση αυτός ο διάλογος μπορεί να είναι αρνητικός και θετικός.Αρνητικά γιατί θεωρούνται τα αρχαία εμπόδια στην ανάπτυξη του τόπου. «…Παλιόπετρες και χαλάσματα που μπορούν να διαλυθούν…», είναι οι χαρακτηριστικές εκφράσεις κάθε φορά που εντοπίζονται αρχαία στο οικόπεδο κάποιου ιδιοκτήτη, για να κτιστεί ένα σπίτι. Η εμπορευματοποίησης της κατοικίας, με ταυτόχρονη έλλειψη παιδείας αλλά και με ένα γραφειοκρατικό κράτος ωθούν τον πολίτη στην εχθρική αντιμετώπιση του αρχαίου. Επίσης αρνητικός διάλογος είναι και η συμπεριφορά όλων των υπευθύνων απέναντι στα μεμονωμένα οικόπεδα, στα οποία έχουν αποκαλυφθεί αρχαιότητες. Η Αρχαιολογική Υπηρεσία με την περίφραξη του χώρου θεωρεί ότι επιτέλεσε το σκοπό της, της προστασίας τους, χωρίς να την απασχολεί η μελλοντική φυσική φθορά, η μετατροπή τους σε σκουπιδότοπο και τον εθισμό των πολιτών πως αυτά ανήκουν σε άλλους. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση που αγορεύει την εργολαβία ως την πεμπτουσία της ανάπτυξης με αποτέλεσμα με δική της ευθύνη να μετατρέπει τις πόλεις σε απρόσωπα τοπία χωρίς ιστορική αναφορά και μνήμη. Οι τοπικοί άρχοντες τα αντιμετωπίζουν αδιάφορα, αφού αυτά αφορούν κάποιους άλλους. Η Εκκλησία στην ματαιοδοξία της μεγαλοπρέπειας «καταστρέφει» παλιά εκκλησιαστικά μνημεία.
Συγκρότημα Ρωμαϊκών κλιβάνων στην Κάτω Αχαΐα.
Θετικά όμως διαλέγεται η πόλη όταν καλλιεργεί την ευαισθησία και την γνώση μέσα από την ιστορική συνείδηση. Σημαντικός παράγοντας σε αυτή τη διαδικασία είναι ο ευαισθητοποιημένος πολίτης. Η ευαισθητοποίηση αυτή απέναντι στα αρχαία απαιτεί βούληση και συμμετοχή όλων των φορέων μιας κοινωνίας. Αρχίζει από το σχολείο με την ενημέρωση των δασκάλων και τη συμμετοχή των μαθητών σε εκπαιδευτικά προγράμματα και επισκέψεις σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους και καταλήγει στον ίδιο τον πολίτη μέσω της προσωπικής του ενημέρωσης και γνώσης και της συμμετοχής του στο σχεδιασμό της προστασίας.

Επανερχόμενοι πάλι στο θέμα μας, και διερευνώντας τα παραπάνω ερωτήματα, θα πρέπει να αναφέρουμε πως από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 επικρατεί διεθνώς μία νέα τάση σχετικά με την διαχείριση και την αξιοποίηση της μνημειακής και πολιτιστικής κληρονομιάς. Η τάση αυτή αντικατοπτρίζεται στον όρο «ολοκληρωμένη προστασία ή διαχείριση» σύμφωνα με τον οποίο η έννοια της προστασίας δεν αποσκοπεί μόνο στη διάσωση του εξωτερικού κελύφους των μνημείων αλλά στη διαφύλαξη τους στο σύνολο των λειτουργιών και αξιών τους, οικονομικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών. Οι παλιές προσεγγίσεις αποσκοπούσαν στην προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς απομονώνοντάς την από την καθημερινή ζωή. Σήμερα οι επικρατούσες απόψεις, υποστηρίζουν πως τα μνημεία πρέπει να τοποθετούνται στον χωροταξικό, αναπτυξιακό, περιβαλλοντικό και πολεοδομικό σχεδιασμό,σαν ενεργά στοιχεία του αστικού περιβάλλοντος και η διαχείρισή τους να αποσκοπεί στην ανάδειξη του παιδευτικού και μορφωτικού χαρακτήρα τους. Έτσι η έννοια της προστασίας σήμερα έχει περάσει σε ένα άλλο επίπεδο: από την προσπάθεια για προστασία της αποτροπής της υλικής καταστροφής του μνημείου και την φροντίδα της αποκατάστασής του, στο επίπεδο της αναζωογόνησης του μνημείου, αποσκοπώντας στην οργανική ένταξή του στο πολιτισμικό γίγνεσθαι αποδίδοντάς το ως «πολιτιστικό προϊόν». Με αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται να συσχετιστούν τα μνημεία με το αστικό περιβάλλον, να συνυπάρξουν αρμονικά με τα σύγχρονα κτίσματα, να αποκτήσουν ένα λειτουργικό ρόλο και να καταστούν αναπόσπαστο τμήμα της τοπικής κοινότητας.

Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, η πολιτιστική κληρονομιά, πέρα από αξίες ταυτότητας, θρησκευτικές, ιστορικές, αισθητικές, παιδευτικές κλπ. προσλαμβάνει και μια άλλη αξία, αυτή του οικονομικού ενδιαφέροντος. Ο όρος πολιτιστική κληρονομιά φέρει μέσα της την οικονομική διάσταση, όπως αυτό φαίνεται και από τους όρους που κυριαρχούν, «πολιτιστικά αγαθά», «πολιτιστικοί πόροι», «πολιτιστικό προϊόν» και «πολιτιστικό κεφάλαιο». Έτσι καθίσταται δυνατό το πολιτιστικό κεφάλαιο να παίξει ηγετικό ρόλο στην τοπική οικονομική ανάπτυξη μιας περιοχής, καθώς τα επιμέρους στοιχεία της περιοχής (ιστορική και πολιτιστική ταυτότητα) μπορούν να αναπτυχθούν εμπορικά. Η πηγή της οικονομικής δύναμης βρίσκεται εντός του κεφαλαίου πνεύματος και των δημιουργικών ιδεών, αφού η τύχη της οικονομίας και της κοινωνίας εξαρτάται άμεσα από τους πολιτιστικούς πόρους. Η συσσώρευση πολιτιστικού κεφαλαίου σε έναν τόπο δημιουργεί συγκριτικό πλεονέκτημα και προστιθέμενη αξία, ενώ όταν το στερείται τότε εξαρτάται από ιδέες που παράγονται από αλλού. Αναμφίβολα λοιπόν, η πολιτιστική κληρονομιά είναι αναπόσπαστο τμήμα του πολιτιστικού κεφαλαίου κάθε έθνους που μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός οικονομικής συνοχής, προστιθέμενης αξίας, μέσο ενίσχυσης της αναπτυξιακής πορείας μιας χώρας, εξασφαλίζοντας θέσεις εργασίας και παράλληλα μειώνοντας τον κοινωνικό αποκλεισμό.

Η ένταξη του μνημείου στη σύγχρονη ζωή και η αντιμετώπισή του πλέον ως προϊόντος, αναμφίβολα μέσω της «ολοκληρωμένης προστασίας» το συνδέει άμεσα με τις επιταγές της βιώσιμης ή αειφόρου ανάπτυξης, που περιλαμβάνει ανάπτυξη σε οικονομικό, κοινωνικό, περιβαλλοντικό και πολιτιστικό επίπεδο. Συνεπώς απαραίτητη είναι η κατασκευή έργων υποδομής που να εξυπηρετούν τις ανάγκες της πόλης και των κατοίκων, ώστε η «επανένταξη» του μνημείου να οδηγήσει στην οικονομική βιωσιμότητα του τόπου και να προσφέρει νέες ευκαιρίες απασχόλησης προάγοντας την κοινωνική συνοχή.

Βιβλιογραφία: Αργυρόπουλος Βασίλης, 2015, Αρχαία Μνημεία και Αρχαιολογικοί Χώροι στις Σύγχρονες Πόλεις. Η πολιτική της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας για την προστασία, ανάδειξη και προβολή των αρχαιολογικών χώρων και μνημείων της Πάτρας, Διπλωματική διατριβή του μεταπτυχιακού τίτλου στη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών, Τμήμα Διοίκηση Πολιτισμικών Μονάδων, ΕΑΠ, Πάτρα. 

Κωνστάντιος Δ., 2003, Η Πόλη, το Μουσείο, το Μνημείο, Δοκίμια πολιτιστικής διαχείρισης, Αθήνα. 

Σιμώνη Ε., 2013, Συμβολή στη Διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς με τη χρήση Γεωγραφικών Συστημάτων Πληροφοριών. Αρχαιολογική Πληροφορία και Πολεοδομικός Σχεδιασμός: Η περίπτωση του σχεδίου πόλεως Πατρών, διατριβή επί διδακτορία, Πολυτεχνική Σχολή, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Πανεπιστήμιο Πατρών.