Παρασκευή, 15 Απριλίου 2016

ΕΠΙΣΚΕΨΙΜΟΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ ΔΗΜΟΥ ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΧΑΪΑΣ ΙI. Σπαλιαρέικα Λουσικών

Νίκη Ράλλη – Ιωάννης Μόσχος
Αρχαιολόγοι


Στην ανατολική επιμήκη πλευρά του λόφου των Σπαλιαρέικων, απέναντι από τον οικισμό των Λουσικών και λίγο δυτικότερα, εντοπίστηκε το 1989 ένα πλούσιο νεκροταφείο μυκηναϊκών λαξευτών τάφων, που προσέφερε μοναδικές πληροφορίες για τις μυκηναϊκές εγκαταστάσεις στην πεδινή και παραλιακή ζώνη της μυκηναϊκής Δύμης.
Τα τοπογραφικά – γεωγραφικά χαρακτηριστικά της θέσης έχουν τη δική τους σημασία στην ερμηνεία των αρχαιολογικών δεδομένων. Σε κοντική απόσταση ρέει η Σερδινή (ή Σερδενή / Σαρδινή / Σαρδενή), πιθανότατα η αρχαία Καύκων, ένα από τα ελάχιστα αρχαία ποτάμια που φέρουν θηλυκό όνομα. Εκβάλλει στον ποταμό Πείρο, τον οποίο ενισχύει με τα νερά του κοντά στο χωριό Καμενίτσα. Ο Πείρος είναι το μεγαλύτερο ποτάμι της Αχαΐας και καλούνταν στην αρχαιότητα και Αχελώος, φέροντας το ομόρριζο της ευρύτερης περιοχής, το άχρηστο πλέον «ἄχα» (λατινικά aqua), που σημαίνει ύδωρ. Από τα μυκηναϊκά χρόνια φαίνεται να αποτέλεσε το φυσικό όριο ανάμεσα στη Χώρα των Πατρέων και στη Δυμαία Χώρα, με απώτερο σκοπό τη δίκαιη διαμοίραση της εύφορης πεδιάδας που σχηματίζεται στην πορεία του. Το όριο αυτό, εκτός των ανασκαφικών στοιχείων, επιβεβαιώνεται έμμεσα και από την ομηρική γεωγραφία, με όσα σύντομα αναφέρονται στα όρια του βασιλείου των Επειών, που για πολιτικούς λόγους την εποχή της καταγραφής των ομηρικών επών, περιλαμβάνει και την περιοχή της Δυμαίας Χώρας. Είναι σημειολογικά χαρακτηριστική η απουσία εκεί έστω και αναφοράς στον ποταμό και η προτίμηση μιας γενικόλογης παράθεσης του ευρύτερου χώρου των πηγών (Ωλενία Πέτρα) και των εκβολών του (Αλίσιον), ίσως διότι το ενδιάμεσο τμήμα του ποταμού δεν ήταν πάντοτε αποδεκτό ως όριο.
Η εύφορη πεδιάδα στα ανατολικά του νεκροταφείου, την οποία διασχίζει η Σερδινή, ήταν ο ζωτικός χώρος την μυκηναϊκής εγκατάστασης, η οποία δεν έχει ακόμα εντοπιστεί. Η ευεργετική παρουσία του ποταμού στην ευφορία της περιοχής έπαιξε σημαντικό ρόλο στην επιλογή της θέσης της εγκατάστασης και ήταν οπωσδήποτε διακριτή στη ζωή των κατοίκων. Το νεκροταφείο τους φανερώνει μία ακμαία και πλούσια κώμη, που έχοντας εξασφαλίσει την απαιτούμενη αυτάρκεια που προσέφερε η γη, είχε αξιοποιήσει στο γενικότερο πλαίσιο της εγγύς περιοχής τις θαλάσσιες εμπορικές διαδρομές του Ιονίου και είχε αναπτύξει σχέσεις και επαφές με την ανατολική και κεντρική Μεσόγειο. Όσο σημαντικά ήταν τα νερά της Σερδινής στη ζωή των κατοίκων, τόσο φαίνεται πως ήταν και στο θάνατο. Η κοντινή πορεία του από το νεκροταφείο και η πλεύση του προς τη δύση θα μπορούσαν να συσχετιστούν με τις εσχατολογικές δοξασίες και τη μεταφορά των ψυχών με το ρου του στην Οικία του Άδη, τον Κάτω Κόσμο. 
Το προϊστορικό νεκροταφείο απλώνεται στην πλαγιά του λόφου και οι τάφοι του είναι λαξευμένοι στο μαλακό πέτρωμα. Οι εννέα τάφοι που έχουν ερευνηθεί, διατάσσονται σε δύο επάλληλες σειρές, λίγο ψηλότερα από τον επαρχιακό δρόμο Φώσταινας – Λουσικών. Ένας ακόμα, ο τάφος 3, βρέθηκε σε απόσταση περίπου 150μ. νοτίως της ερευνημένης συστάδας και ήταν συλημένος από παλιά. Η θέση του αποτελεί ένδειξη για τη μεγάλη έκταση που καταλαμβάνει το νεκροταφείο, το οποίο περιλαμβάνει περισσότερες σειρές τάφων από τις δύο που έχουν αποκαλυφθεί.
Οι τάφοι έχουν ως επί το πλείστον κοντούς και ήπια κατηφορικούς δρόμους, χαμηλές εισόδους και οι θάλαμοι είναι μικρών διαστάσεων, τετράπλευροι, κυκλικοί ή πεταλόσχημοι. Οι νεκροί τοποθετούνταν είτε απευθείας επάνω στο δάπεδο των θαλάμων, είτε σε νεκρικά φορεία, κλίνες ή φέρετρα, ενώ ορισμένοι τάφοι περιείχαν πλακοσκεπείς λάκκους για την υποδοχή των νεκρών ή για τον παραμερισμό των οστών των παλαιότερων ταφών των θαλάμων, αφού αυτού του είδους οι τάφοι είναι οικογενειακοί και χρησιμοποιούνταν για αιώνες. 
Πλουσιότεροι όλων ήταν δύο τετράπλευροι τάφοι (2 και 5). Ο πρώτος περιείχε εκτεταμένη ανακομιδή οστών, στην οποία μεταξύ των άλλων είχαν παραμεριστεί ένας σπάνιος χάλκινος κάλαθος και ένας ψευδόστομος αμφορίσκος πολυτελούς κατασκευής, εισηγμένος από την περιοχή της Ολυμπίας και κατασκευασμένος εκεί σε τοπικό εργαστήριο από νεοεγκατεστημένους Κρήτες κεραμείς της ανατολικής Κρήτης. Όλα χρονολογούνται στα μέσα του 12ου αι. π.Χ. Οι πλέον σημαντικές ταφές έπονταν χρονικά και ανήκαν σε πολεμιστές. Η πρώτη βρέθηκε στο πίσω τμήμα του δαπέδου και συνοδευόταν από ένα εισηγμένο από την Ιταλία χάλκινο μακρύ ξίφος κοπής ιταλικής τυπολογίας (του τύπου Α/Cetona) μαζί με κατάλοιπα της θήκης του, χάλκινο μαχαίρι με ευθύγραμμη ράχη, άλλο μικρότερο μαχαίρι καλλωπισμού, δύο χάλκινες λόγχες μυκηναϊκού τύπου και κεραμική του τέλους του 12ου αι. π.Χ. Η δεύτερη ταφή πολεμιστή βρέθηκε σε πλακοσκεπή λάκκο κατά μήκος του πλευρικού τοιχώματος. Στην ταφή ανήκαν ένα επίσης εισηγμένο από την Ιταλία μακρύ ξίφος κοπής (του ιταλικού τύπου Allerona), χάλκινο επίσημα κυκλικής ασπίδας, μαχαίρι και μακριά λόγχη μυκηναϊκού τύπου, σαυρωτήρας (χάλκινο ουραίο άκρο ακοντίου) και κεραμική των αρχών του 11ου αι. π.Χ.
Στον τάφο 5, εκτός από την κεραμική και την πλούσια μικροτεχνία, βρέθηκαν φυσιοκρατικό γυναικείο ειδώλιο καθήμενης γυναικείας μορφής και ένα πολυτελές και εξαιρετικά σπάνιο γυάλινο μυροδοχείο, επείσακτο από την περιοχή της βόρειας Μεσοποταμίας (Ασσυρία), εποχής Mitanni. Της ίδιας εποχής και προέλευσης είναι και ένας σφραγιδοκύλινδρος από τον τάφο 4, που εκτός από πλούσια μικροτεχνία περιείχε και πήλινο κυλινδρικό αλάβαστρο του 15ου αι. π.Χ. Ο τάφος 1 περιείχε ένα ψευδόστομο αμφορέα και μικροτεχνία, μεταξύ των οποίων δύο δακτυλίδια με σφενδόνη σε σχήμα ασπιδίσκης. Ο κυκλικός τάφος 6 ήταν βυθισμένος και περιελάμβανε ομάδα αγγείων του 12ου αι. π.Χ. ενώ οι υπόλοιποι που ερευνήθηκαν απέδωσαν μερικά ακόμα αγγεία και λίγη μικροτεχνία, τρεις όμως από αυτούς ήταν συλημένοι.
Η μελέτη του ανθρωπολογικού υλικού του νεκροταφείου έδειξε ότι το προσδοκώμενο όριο ζωής του πληθυσμού ήταν κατά τη γέννηση 30,3 χρόνια, ο μέσος όρος ενηλίκου ζωής τα 35,7 χρόνια και ότι ο μέσος όρος ύψους ολόκληρου του πληθυσμού ήταν 1,57μ. Ήπιες παθολογικές αλλοιώσεις στα οστά υπέδειξαν αναιμία διατροφικής προέλευσης, δηλαδή διατροφή με έλλειψη σιδήρου (σιδηροπενία). Και πράγματι, η διατροφική ανάλυση φανέρωσε διατροφή πλούσια σε όσπρια, δημητριακά και γαλακτοκομικά προϊόντα, αλλά ιδιαίτερα φτωχή σε κρέας, τα δε θαλασσινά απουσίαζαν από το διαιτολόγιο. Διαπιστώθηκε, επίσης, καταπόνηση του μυοσκελετικού συστήματος λόγω αυξημένης δραστηριότητας και έντονης κινητικότητας, χαρακτηριστικά που παραπέμπουν σε αγροτικό πληθυσμό.
Στην ευρύτερη περιοχή έχουν εντοπιστεί ή ερευνηθεί τρία ακόμα μυκηναϊκά νεκροταφεία θαλαμωτών τάφων. Το πλέον γειτονικό απέχει μόλις 500μ. Σε κοντινή σχετικά απόσταση βρίσκεται το νεκροταφείο του Καλαμακίου και σε μεγαλύτερη το νεκροταφείο των Αγιοβλασιτίκων. Πολύ κοντά βρίσκονται και τα ανεξερεύνητα νεκροταφεία στις περιοχές της Καμενίτσας και του Θερειανού. Όλα αυτά ανήκαν σε μία «κωμηδόν» εγκατεστημένη πληθυσμιακή ενότητα, που νεμόταν την πλούσια περιοχή πολύ κοντά στις ακτές. Η περιοχή αυτή, όπως και ολόκληρη η δυτική Αχαΐα, γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή της μετά από την πτώση των μυκηναϊκών ανακτόρων (τέλη 13ου / αρχές 12ου αι. π.Χ.), εποχή που διήρκεσε όλο το 12ο και έως τα μέσα του 11ου π.Χ. αι. Ταυτόχρονα, υπήρξε αύξηση του πληθυσμού, εμφανίστηκαν νέες κοινωνικές και πολιτικές δομές με επικεφαλής τους πολεμιστές και ξεκίνησε μια νέα εποχή στις εμπορικές σχέσεις και ανταλλαγές, προκειμένου να ικανοποιηθεί η ζήτηση για εξωτικά είδη, που άλλοτε αποτέλεσαν αντικείμενα επίδειξης και κύρους και άλλοτε ενσωματώθηκαν χρηστικά στην καθημερινότητα και διευκόλυναν τη ζωή των κατόχων τους.
            Το μυκηναϊκό νεκροταφείο στα Σπαλιαρέικα αποτελεί οργανωμένο και επισκέψιμο αρχαιολογικό χώρο υπό την εποπτεία της Εφορείας Αρχαιοτήτων Αχαΐας. Πολλά από τα ευρήματα της ανασκαφής εκτίθενται στις προθήκες του Αρχαιολογικού Μουσείου Πατρών.



Βιβλιογραφία

Th.G. Giannopoulos, Die letzte Elite der mykenischen Welt. Achaia in mykenischer Zeit und das Phänomen der Kriegerbestattungen im 12.-11. Jahrhundert v. Chr. (Universitätsforschungen zur prähistorischen Archäologie 152), Bonn 2008.
Λ. Κολώνας, Δίκτυο επισκέψιμων μυκηναϊκών οικισμών και νεκροταφείων επαρχίας Πατρών. Χαλανδρίτσα, Καταρράκτης, Μιτόπολη, Σπαλιαρέικα, Ελαιοχώρι, Πόρτες, Αθήνα 2008.
Ι. Μόσχος, Αχαΐα. Ιστορικό και αρχαιολογικό περίγραμμα. Προϊστορικοί χρόνοι, στο Α.Γ. Βλαχόπουλος (επιμ.), Αρχαιολογία. Πελοπόννησος, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 2012, 300–307.
Ι. Μόσχος, Οι Μυκηναίοι στην Αχαΐα, Εταιρία Μελετών Μυκηναϊκής Αχαΐας, Φαίδιμος 1, Πάτρα 2007.
Α. Παπαθανασίου, Μια βιοαρχαιολογική προσέγγιση στο ανθρωπολογικό υλικό από το μυκηναϊκό νεκροταφείο στα Σπαλιαρέικα Λουσικών Αχαΐας, Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών 35-38, 2002-2005, 191–198,
Μ. Πετρόπουλος, Ἀρχαιολογικὲς ἔρευνες στὴν Ἀχαΐα, στο Τόμος Τιμητικὸς Κ.Ν. Τριανταφύλλου, τ. A΄, Πάτραι 1990, 495–537.
Μ. Πετρόπουλος, Μυκηναϊκό νεκροταφείο στα Σπαλιαρέικα των Λουσικών, στο A.D. Rizakis (επιμ.), Paysages d’ Achaïe II, Dymé et Son Territoire, Actes du colloque international: Dymaia et Bouprasia, Katô Achaïa, 6-8 Octobre 1995 / Αχαϊκό Τοπίο ΙΙ: Δύμη και Δυμαία Χώρα, Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου «Δυμαία-Βουπρασία», Κάτω Αχαΐα, 6-8 Οκτωβρίου 1995, Μελετήματα 29, Αθήνα 2000, 65–92.
P. Triantafyllidis, A Mesopotamian Core-Formed Bottle from Spaliareika at Lousika in Achaia, Greece, Journal of Glass Studies (The Corning Museum of Glass, Corning, NY) 51, 2009, 217–219.