Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Σταφιδοπαραγωγή και Σταφιδεμπόριο στην Αχαΐα τον 19ο αιώνα.


Χρήστου Αθαν. Μούλια
Δικηγόρου – Συγγραφέα

Η ιστορία κάθε τόπου συνδέεται άμεσα με τις οικονομικές σχέσεις που διαμόρφωσαν και επηρέασαν την εξέλιξή του. Για την Πάτρα και την περιοχή της, μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα, οι σχέσεις αυτές εξαρτήθηκαν από τις διακυμάνσεις και τις παραμέτρους της σταφιδοπαραγωγής και του σταφιδεμπορίου, που ήταν η κύρια οικονομική δραστηριότητα της πόλης.

Πολύ νωρίς η πρωτεύουσα της Αχαΐας έγινε το κατ’ εξοχήν εξαγωγικό κέντρο της σταφίδας που καλλιεργείτο σε 66 σταφιδοπαραγωγά μέρη της Αχαΐας και των γειτονικών περιφερειών Ήλιδας και Αιγίου, της Αιτωλοακαρνανίας και της Μεσσηνίας, ενώ ο ρόλος των λιμανιών Αιγίου και Κατακώλου ήταν συμπληρωματικός. Το δίκτυο αυτό απαρτίσθηκε από πόλεις σκάλες (Αίγιο, Κόρινθος, Ναύπακτος, Μεσολόγγι, Καλαμάτα), όπου συγκεντρωνόταν η παραγωγή της ενδοχώρας και οργανωνόταν η αποστολή της στην Πάτρα, δια θαλάσσης, με μικρά ιστιοφόρα. Εκεί υπήρχαν μεσίτες, παραγγελιοδόχοι, αποθηκάριοι και αντιπρόσωποι, που φρόντιζαν για τη ροή του προϊόντος προς το μεγαλοεξαγωγέα των Πατρών.



Λονδίνο, εκφόρτωση σταφίδας σε βαρέλια (1880)

Το σταφιδεμπόριο ελεγχόταν κυρίως από αγγλικούς εμπορικούς οίκους, που κινούνταν απ’ ευθείας ή δέχονταν σε παρακαταθήκη τις αποστολές του προϊόντος, μέσω των θυγατρικών τους επιχειρήσεων στην Πάτρα ή των ελληνικών εμπορικών οίκων στην Πάτρα ή των ελληνικών εμπορικών επιχειρήσεων με τις οποίες συνεργάζονταν.

Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, η σταφιδοπαραγωγή παρουσίαζε αυξητικές τάσεις. Η πρώτη σταφιδική κρίση εκδηλώθηκε τη δεκαετία 1850, όταν η φυλλοξήρα έπληξε τους σταφιδαμπελώνες, με συνέπεια να χρεοκοπήσουν πολλοί μεγάλοι εξαγωγικοί οίκοι και να χαθούν τα ¾ του εισοδήματος του πληθυσμού.

Τη δεκαετία 1860 έγιναν οι πρώτες απόπειρες να χρησιμοποιηθούν μηχανές για τον καθαρισμό και τη διαλογή των ποιοτήτων και με την πάροδο του χρόνου άρχισε να γίνεται οικονομική εκλογίκευση της σταφιδοπαραγωγής και του σταφιδεμπορίου.

Στην Πάτρα, το κατ’ εξοχήν σταφιδοεξαγωγικό κέντρο, μέχρι το 1921 λειτούργησε και άτυπο χρηματιστήριο, όπου γινόταν διαπραγμάτευση του προϊόντος. Πρόκειται για την ιδιότυπη Λέσχη-καφενείο το «Λεσχίδιον», επί της οδού Αγίου Ανδρέου, όπου παίχτηκαν και χάθηκαν σημαντικά χρηματικά ποσά με την αγοραπωλησία των λεγομένων «δελτίων», τα οποία ήσαν όπως οι μετοχές του χρηματιστηρίου, με τους μεσίτες δελτίων και τους σταφιδομεσίτες, να παίζουν το ρόλο των χρηματιστών.


Απόδειξη πώλησης σταφιδοκάρπου (1900)




     Ο απόπλους, κάθε Αύγουστο, του πρώτου πλοίου που μετέφερε σταφίδα σε κάθε λιμάνι του εξωτερικού, τα γνωστά «πριμαρόλια», έπαιρνε εορταστική μορφή για την πόλη και χαιρετίζετο με κανονιοβολισμούς, φωταψίες και σημαιοστολισμό του σκάφους. Όμως, σιγά-σιγά τα «πριμαρόλια» άρχισαν να είναι επιζήμια για το σταφιδεμπόριο, ιδίως μετά το 1880, διότι δημιουργούσαν κλίμα ανταγωνισμού μεταξύ των σταφιδεμπόρων, για το ποιος θα φορτώσει πρώτος, για κάθε λιμάνι, ώστε να επιτύχει υψηλότερη τιμή και αδιαφορούσαν για την ποιότητα. Για να προλάβουν, τρυγούσαν νωρίτερα, κατά παράβαση του Νόμου ο οποίος προέβλεπε ότι η ημερομηνία έναρξης της συγκομιδής θα ορίζετο με αστυνομική διάταξη, που θα εκδίδετο κάθε χρόνο, ανάλογα με τον τόπο και τις καιρικές συνθήκες. Έτσι, ο καρπός δεν ήταν ώριμος και μαζευόταν νωπός, κάτι που δελέαζε και τους παραγωγούς, διότι αύξανε το βάρος κατά 15-20%, αλλά υποβάθμιζε την ποιότητα.

Το σοβαρότερο πρόβλημα για το σταφιδεμπόριο ήταν η υπερπαραγωγή, που είχε ως συνέπεια την πτώση της τιμής του προϊόντος. Το 1858 ιδρύθηκε στην Πάτρα η «Ελληνική Οινοποιητική Εταιρία» και μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα ο σταφιδίτης οίνος, παρά τη χαμηλή ποιότητά του, έγινε η αναγκαστική διέξοδος για τις μεγάλες ποσότητες σταφίδας που σωρεύονταν στις αποθήκες, αλλά και η κύρια αιτία που καθυστέρησε η προχωρημένη καλλιέργεια οιναμπέλων και η δημιουργία οίνων υψηλής ποιότητας στην Ελλάδα.


Διαφημιστικό φυλλάδιο εξαγωγικού οίκου στην Πάτρα

Το 1878 ήταν μία καλή χρονιά για το σταφιδεμπόριο, διότι άνοιξαν οι γαλλικές αγορές και σταμάτησε η πτώση των τιμών. Οι σταφιδοεξαγωγές προς τη Γαλλία κάλυψαν περίπου το 9% των συνολικών σταφιδοεξαγωγών και έκτοτε ακολούθησαν αυξητική τάση, με κορύφωση το έτος 1889, οπότε η ποσότητα της σταφίδας που εξήχθη στη Γαλλία έφθασε τους 72.000 τόνους, έναντι 9.370 τόνων που εξήχθησαν το 1878.

Η «μαυρομάτα Κίρκη» ήταν περιζήτητη στην ευρωπαϊκή αγορά και η αγροτική παραγωγή προσαρμόστηκε σ’ αυτή τη συγκυρία. Επέβαλε δε παντού τους χρόνους της και τους ρυθμούς της, ακόμα και στη δημογραφία. Είναι χαρακτηριστικό ότι η καμπύλη των γάμων ξεκινούσε την ανοδική της πορεία το Σεπτέμβριο και έφθανε στο απόγειο τον Οκτώβριο, που έρεε το χρήμα από την πώληση του σταφιδόκαρπου.

Όμως η ωραία εποχή δεν μπορούσε να κρατήσει επ’ άπειρο. Οι κατεστραμμένοι αμπελώνες της Γαλλίας ξαναφυτεύθηκαν με ειδικά αντιφυλλοξηρικά κλήματα και γύρω στα 1890 άρχισε η κρίση, στην οποία συνέβαλε και η κακή ποιότητα του προϊόντος.

Ο αντίκτυπος της σταφιδικής κρίσης ήταν βαρύς και για την εθνική οικονομία, διότι το σταφιδικό συνάλλαγμα ήταν μέχρι τότε το σημαντικότερο ενεργητικό στοιχείο του εμπορικού ισοζυγίου της χώρας και η μείωσή του δημιούργησε μεγάλο έλλειμμα.

Λιμάνι Πάτρας, φόρτωση σταφίδας (1900)
Για την Πελοπόννησο, το κακό ήταν ότι όλη η οικονομική ακμή δεν άφησε ίχνη στην εξέλιξη της οικονομίας της. Από τις μεγάλες περιουσίες που είχαν σχηματισθεί, λίγες διασώθηκαν και πολλά σπίτια ήσαν υποθηκευμένα. Οι παραγωγικές επενδύσεις που είχαν γίνει, ήσαν ελάχιστες, ενώ οι πολυτελείς οικοσκευές που είχαν γεμίσει ακόμα και αγροτόσπιτα, όσες δεν είχαν φθαρεί, πουλήθηκαν βιαστικά για τη συμπλήρωση του ελαττωμένου εισοδήματος. Και η τοκογλυφία ξανάνθισε.

Τη δεκαετία 1885-1895 η αύξηση της παραγωγής ξεπέρασε το 30%, ενώ από το 1883 οι τιμές άρχισαν να πέφτουν και να παρουσιάζουν μεγάλες διακυμάνσεις από χρόνο σε χρόνο, αλλά και από μήνα σε μήνα.

Το 1889, για μερικούς μήνες, οι τιμές κατρακύλησαν απότομα, ενώ την επόμενη χρονιά άρχισε η μείωση των εξαγωγών, με απότομη συρρίκνωση στα 1891-1892. Η υπερπροσφορά προκάλεσε ραγδαία πτώση των τιμών και τελικά επήλθε η κατάρρευση.

Κύρια αιτία για την κατάσταση αυτή ήταν η επέκταση της σταφιδοκαλλιέργειας την περίοδο 1880-82, όταν οι αγρότες της Πελοποννήσου ξερίζωσαν απερίσκεπτα τις ελιές, τις μουριές, τις συκιές και τις άλλες καλλιέργειες, για να φυτέψουν σταφιδαμπέλους, πιστεύοντας ότι βρήκαν μία ανέλπιστη διέξοδο στο μαρασμό που απειλούσε όλα τα αγροτικά προϊόντα. Κανένας δεν είχε αντιληφθεί ότι η σταφίδα δεν ήταν πλέον ο μοχλός της οικονομικής ανάπτυξης, με συνέπεια να σπαταληθούν σημαντικοί ανθρώπινοι και οικονομικοί πόροι, χωρίς αντίκρισμα και με μοιραίες αρνητικές επιπτώσεις.
Από τους πρωτεργάτες σταφιδεμπόρους κανένας δεν διέθετε ειδική επιστημονική μόρφωση, πλην του Παναγή Βουρλούμη και όλοι οδηγούνταν από την πείρα και τη διαίσθησή τους και σε αρκετές περιπτώσεις και από την τύχη, με συνέπεια να είναι αδύναμοι να ανταποκριθούν και να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα, έρμαιοι μιας ανεξέλεγκτης κρίσης υπερπαραγωγής.

Το 1893 το πατρινό εμπόριο επλήγη από μία χιονοστιβάδα πτωχεύσεων, με πρώτα θύματα τις μεγάλες σταφιδοεξαγωγικές επιχειρήσεις. Η κατάσταση αυτή είχε ως συνέπεια να διογκωθεί το κύμα ανεργίας που μάστιζε την περιοχή και να αυξηθεί επικίνδυνα η υποβόσκουσα κοινωνική κρίση, η οποία εκδηλώθηκε με συλλαλητήρια, απεργίες κ.λπ.

Προκειμένου να αντιμετωπισθεί η κατάσταση ψηφίστηκε ο Νόμος ΒΤΘ΄, με τον οποίο θεσπίστηκε το «παρακράτημα», που κατ’ ουσία ήταν η εις είδος καταβολή, από κάθε παραγωγό, του εγγείου φόρου επί της εξαγόμενης σταφίδας, ο οποίος κυμαίνετο από 15-20% επί των εξαγομένων ποσοτήτων. Το ποσό που παρακρατείτο, μετατρεπόταν σε οίνο ή οινόπνευμα, ώστε να περιορισθεί το συνολικό ποσόν του προς εξαγωγή προϊόντος και να συγκρατηθούν οι τιμές πώλησης. Όμως ο θεσμός της «παρακράτησης» δίχασε τις σταφιδοφόρες περιοχές και δεν επέφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, με 5 συνέπεια να προκληθούν ισχυρές κοινωνικές εντάσεις και πολιτικές προστριβές στη ΒΔ Πελοπόννησο.

Στις 27 Ιουνίου 1899 οι αντιπρόσωποι των σταφιδοφόρων περιοχών συγκεντρώθηκαν στο Δημαρχείο των Πατρών και ίδρυσαν τη «Σταφιδική Τράπεζα», η οποία ανέλαβε τη διαχείριση της παρακρατημένης σταφίδας. Στους σκοπούς της ήταν και η χορήγηση δανείων στους σταφιδοκαλλιεργητές με επιτόκιο 5-6%.

Λόγω οικονομικών σκανδάλων και του τρόπου διοίκησής της, η «Σταφιδική Τράπεζα» δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα και το 1902 σημειώθηκε νέα μεγάλη πτώση της τιμής της σταφίδας, η οποία οδήγησε στην κορύφωση των αδιεξόδων του σταφιδικού προβλήματος.

Επιστολή σχετική με την πώληση σταφιδοκάρπου στο Λονδίνο (1913)

Το 1905 διαλύθηκε η «Σταφιδική Τράπεζα» και στη θέση της συστήθηκε, με έδρα την Αθήνα, η «Προνομιούχος Εταιρία προς προστασίαν της παραγωγής και της εμπορίας της σταφίδας» ή «Ενιαία». Η εξέλιξη αυτή απορρόφησε από την Πάτρα σημαντικά ντόπια κεφάλαια και υποβάθμισε την οικονομική ζωή της, διότι μειώθηκαν πάρα πολύ οι εξαγωγές από το λιμάνι της και αυξήθηκαν από τον Πειραιά. Έτσι η Πάτρα, από δεύτερη πόλη του Κράτους που ήταν, κατέληξε να γίνει μία περιφερειακή μεγαλούπολη με συρρικνωμένο το σταφιδεμπόριό της.



Η σταφίδα, αρχικά στήριξε την ανάπτυξη του τοπικού εμπορίου, δεν ευνόησε όμως την εξάπλωση καθαρά βιοτεχνικών-πρωτοβιομηχανικών δραστηριοτήτων. Ανταποκρίθηκε στην εξωτερική ζήτηση, ενισχύοντας κυρίως τα πρωτογενή στάδια της επεξεργασίας της, αλλά δεν αποτέλεσε ευνοϊκό «υλικό» υπόβαθρο για μεγάλες τεχνικές καινοτομίες και βιομηχανικές επεξεργασίες και τελικά προδόθηκε και ξεπεράστηκε από τη διεθνή οικονομική συγκυρία του τέλους του 19ου αιώνα.