Σάββατο, 6 Μαΐου 2017

Η τραγωδία του 12ου Συντάγματος της Πάτρας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Του ιστορικού Βασίλη Κ. Λάζαρη

Θα προσπαθήσω να προβάλω ένα γεγονός, ελάχιστα ίσως γνωστό, που διαδραματίστηκε στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και αφορά το 12ο Σύνταγμα της Πάτρας. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στην εξέγερση ενός μεγάλου τμήματος του συντάγματος αυτού και στην άρνησή του να εξακολουθήσει να μάχεται υπερασπιζόμενο τα συμφέροντα των ιμπεριαλιστών της Αντάντ – σε ένα ανοργάνωτο ωστόσο εγχείρημα, που είχε τραγική εξέλιξη.

Όπως είναι γνωστό, την 1η Αυγούστου του 1914 άρχισε η πολύνεκρη στρατιωτική αναμέτρηση ανάμεσα στη Συμμαχία των Κεντρικών δυνάμεων, με επικεφαλής την στρατοκρατική Γερμανία, και στην Τριπλή Συνεννόηση, με προεξάρχοντα τον αγγλογαλλικό παράγοντα. Δε επρόκειτο δε για κάποια από τις συνηθισμένες πολεμικές συγκρούσεις εκείνης της εποχής, αλλά για ένα γεγονός με κοσμογονικές συνέπειες – όπως άλλωστε είχε επισημάνει τότε ο πατραϊκός «Νεολόγος», ο οποίος υπογράμμιζε ανάμεσα σε άλλα και τα εξής προφητικά σε σχετικό άρθρο του:

«Ότι ο φρικαλέος πόλεμος, οιαδήποτε και αν θα είναι η έκβασίς του, υπάρχει φόβος να παρακολουθηθεί υπό λαϊκών εξεγέρσεων, συνταρακτικών τού παντός, μόνον ίσως οι εργάται της τρομεράς τραγωδίας δεν το προϋπελόγισαν. Αλλά οι μελετώντες βαθύτερον τα πράγματα της Ευρώπης από της κοινωνικής και πολιτικής αυτών απόψεως, οι γιγνώσκοντες, ότι οι λαοί διέρχονται περίοδον οξυτάτης δυσφορίας και υπερτάτου ηθικού καμάτου, αυτοί εκφράζουσι σοβαρούς φόβους, ότι ο αγών δεν θα τερματισθή είτε διά της νίκης της Τριπλής Συμμαχίας είτε δι’ εκείνης της Τριπλής Συνεννοήσεως και ότι απλώς θα μετατοπισθή επί του εσωτερικού επιπέδου ουχί μόνον των ηττημένων αλλά και των νικητών».[1]

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος βρήκε την Ελλάδα ουσιαστικά διχασμένη εξαιτίας της αντίθεσης, που είχε αρχίσει να εκφράζεται με ιδιαίτερα έντονο τρόπο ανάμεσα στον αστισμό και στην ολιγαρχία – μιας αντίθεσης, που προβαλλόταν με τις δραστηριότητες των κοινωνικών εκείνων δυνάμεων, επικεφαλής των οποίων είχαν αντίστοιχα τεθεί ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Κωνσταντίνος Γλύξμπουργκ μαζί με τον Δημήτριο Γούναρη και τους πολιτικούς φίλους του. Ο ελληνικός αστισμός επιζητούσε ήδη την προσαρμογή των ελληνικών πραγμάτων στις νέες γενικότερες συνθήκες, γεγονός που επέβαλλε ορισμένες ανανεώσεις, ενώ η ολιγαρχία επέμενε στην διατήρηση των απηρχαιωμένων καταστάσεων σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής.

Δελτάρια Γάλλων στρατιωτών από τη Θεσσαλονίκη με σφραγίδες αποστολής της Γαλλικής Στρατιάς του Οριέντ (1916).


Ο αστισμός εντούτοις δεν είχε προχωρήσει σε προσπάθειες, που θα οδηγούσαν στην οριστική εξουδετέρωση των αντιπάλων του. Αντίθετα, συμβιβασμένος απαρχής με την ιδέα της συνεργασίας του με την πολιτική αντίθεσή του, είχε αφήσει να παραμείνουν κάτω από τον απόλυτο έλεγχο των φυσικών του εχθρών θέσεις και υπηρεσίες πολύ μεγάλης σπουδαιότητας, οι οποίες και επέτρεψαν στον συντηρητισμό να περάσει στην αντεπίθεση, με τελικό αποτέλεσμα τον διχασμό του λαού και την καταστροφή της χώρας.

Η εγχώρια αστική τάξη, που τα συμφέροντά της εξέφραζε κατά πρώτο λόγο το κόμμα των Φιλελευθέρων και η οποία ήταν δεμένη με στενούς δεσμούς εξάρτησης από το συμμαχικό και ειδικότερα από το αγγλικό κεφάλαιο, επιζητούσε από την έναρξη ήδη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου την άμεση συμπαράταξη της Ελλάδας με τις δυνάμεις της Αντάντ – ενώ η ολιγαρχία, που ήταν συσπειρωμένη γύρω από τον θρόνο των Γλύξμπουργκ, αγωνιζόταν για τη διατήρηση με κάθε μέσο της ελληνικής ουδετερότητας, που εξυπηρετούσε αντικειμενικά τα στρατηγικά σχέδια της Γερμανίας.

Ο Βενιζέλος, όταν το καλοκαίρι του 1917 με τις ωμές παρεμβάσεις της Αντάντ ανέλαβε την διαχείριση της εξουσίας, έσπευσε να καλέσει στα όπλα ορισμένες ηλικίες και να κηρύξει τον πόλεμο κατά της Γερμανίας και των συμμάχων της. Ο «Νεολόγος», ο οποίος, τρομοκρατημένος άλλοτε από τους κωνσταντινικούς επίστρατους έβριζε από φόβο τον Βενιζέλο, με ιδιαίτερη προθυμία χαιρέτησε την πολιτική μεταβολή και έκαψε λιβανωτούς στον αρχηγό του κόμματος των Φιλελευθέρων, τον οποίο εντούτοις είχε και αυτός προηγούμενα αποκαλέσει προδότη. Όπως όμως υποστήριζε τώρα, «σπανίως κυβέρνησις είχεν έλθει, όπως κρατύνει την πίστην του ελληνικού λαού, ότι η Ελλάς θα δυνηθή να βαδίση εις τον προορισμόν της, ως η νέα κυβέρνησις των Φιλελευθέρων».[2]

Όπως επιζητούσε η Αντάντ και όπως αναμενόταν με την απόλυτη κυριαρχία του Βενιζέλου στα ελληνικά πολιτικά πράγματα, ο ελληνικός στρατός άρχισε πολύ γρήγορα να μάχεται στο πλευρό της Αντάντ στο μακεδονικό μέτωπο κατά των Κεντρικών Δυνάμεων. Τον Γενάρη ωστόσο του 1918 στασίασαν ξαφνικά ορισμένοι αντιβενιζελικοί αξιωματικοί στο Σύνταγμα της Λαμίας, οι οποίοι πήγαν στη συνέχεια στη Θήβα και προκάλεσαν εκεί αιματηρές ταραχές.
Ελληνικά στρατιωτικά τμήματα αναχωρούν για το μακεδονικό μέτωπο (Θεσσαλονίκη 1916).

Πέντε μήνες αργότερα και συγκεκριμένα την 1η του Ιούνη του 1918 έφτασε με ατμόπλοιο στο Βόλο, μαζί με την υπόλοιπη 3η Μεραρχία και το 2/39 Σύνταγμα Ευζώνων του Μεσολογγίου, το 12ο Σύνταγμα με διοικητή του τον συνταγματάρχη Παντελή Γιαννετάκη και προορισμό το μακεδονικό μέτωπο. Την ίδια όμως την ημέρα της άφιξής του στο Βόλο το 12ο Σύνταγμα προωθήθηκε με τραίνα στη Λάρισα, όπου και στρατωνίστηκε πρόχειρα μέχρι τις 6 του ίδιου μήνα. Στη συνέχεια μπήκε σε πορεία με κατεύθυνση τα Σέρβια, ενώ επίμονες ανησυχητικές φήμες κυκλοφορούσαν στις γραμμές του, ότι επρόκειτο όλη η δύναμή του να παραδοθεί αιχμάλωτη κοντά στον Αλιάκμονα ποταμό σε γαλλικά και σενεγαλέζικα στρατιωτικά τμήματα. Θα συνέβαινε δε τούτο, επειδή το εν λόγω Σύνταγμα δεν ενέπνεε εμπιστοσύνη στην Αντάντ λόγω του φιλοβασιλισμού της πλειοψηφίας των αξιωματικών του αλλά και εξαιτίας του γενικού αντιπολεμικού πνεύματος, που διακατείχε τους άνδρες του, λογικό γέννημα της μακροχρόνιας στράτευσής τους.

Η αναστάτωση ωστόσο του 12ου Συντάγματος δεν περιορίστηκε σε χαμηλόφωνες διαμαρτυρίες, αλλά πολύ γρήγορα μεταβλήθηκε σε εκρηκτική κατάσταση μέσα στους λόχους. Όλα έδειχναν, ότι αναμενόταν στάση – πάρα πολλοί άλλωστε εύζωνοι του 2/39 Συντάγματος του Μεσολογγίου είχαν ήδη επαναστατήσει και επιζητούσαν να παρασύρουν με το μέρος τους τούς άνδρες και του 6ου και του 12ου πεζικού Συντάγματος, καθώς και της 3ης μοίρας του πυροβολικού, που αποτελούσαν την 3η Μεραρχία, να καταλάβουν όλοι μαζί την Λάρισα και να ξεσηκώσουν τον λαό κατά της κυβέρνησης του Βενιζέλου.

Όπως αναφέρεται στο ανέκδοτο Ημερολόγιο του πατρινού στρατιώτη Ανδρέα Κάββουρα, οι μαχητές του πατραϊκού Συντάγματος άρχισαν να κινούνται σχεδόν φανερά για εξέγερση, να συγκεντρώνονται σε πυκνούς ομίλους και να φωνάζουν στασιαστικά συνθήματα. Παντού συγκροτούνταν επαναστατικές ομάδες, γενικός όμως αρχηγός του κινήματος δεν φαινόταν πουθενά. Οι βασιλόφρονες αξιωματικοί του Συντάγματος έβλεπαν προφανώς θετικά τον αναβρασμό των μονάδων, παρέμεναν όμως (εκτός τεσσάρων ή πέντε εξαιρέσεων, που τάχθηκαν στο πλευρό των στασιαστών) πεισματικά σιωπηλοί – ίσως από προσωπική δειλία.

Ο διοικητής του Συντάγματος ωστόσο είχε πολύ ανησυχήσει με την κατάσταση, που διαμορφωνόταν – και σε συγκέντρωση όλων των λόχων, που συγκάλεσε, είχε προσπαθήσει με νουθεσίες να αποτρέψει την στάση. Είχε πει συγκεκριμένα στους άνδρες του:

«Εγώ δεν έχω να πάθω τίποτε – το πολύ πολύ να πάρω το καπέλο μου και να πάω στο σπίτι μου. Συλλογισθείτε όμως εσείς τας οικογενείας σας, τας οποίας θα απελάσουν και θα βασανίσουν. Συλλογισθείτε επίσης τους εαυτούς σας, ότι δεν θα έχετε, πού να σταθείτε. Θα επικηρυχθείτε ως λησταί και αλλοίμονό σας».

Η αποτρεπτική όμως παρέμβαση του Γιαννετάκη και μια δεύτερη από μέρους του στα Σέρβια δεν τελεσφόρησαν – και το μεγαλύτερο μέρος των ανδρών του Συντάγματος το απόγευμα της 6ης του Ιούνη του 1918 στασίασε. Όπως αναφέρει στο Ημερολόγιό του ο Ανδρέας Κάββουρας, « η θύελλα εμαίνετο παντού. Η βοή από τας κραυγάς των ανδρών», που είχαν στασιάσει, «και αι βίαιαι κινήσεις των προσέδιδον φρικιαστικήν εικόνα επαναστάσεως».

Όσοι στρατιώτες του 12ου Συντάγματος δεν ακολούθησαν τους στασιαστές, συγκεντρώθηκαν σε ένα περίβολο κοντά στο ταχυδρομείο, και καταγράφηκαν από τον υπασπιστή της μονάδας αυτής Σπύρο Ρούβαλη, που ήταν πατρινός. Ο διοικητής, εξάλλου, του Συντάγματος, εντελώς άστοχα ενεργώντας, εγκατέλειψε την σκηνή του και κατέφυγε στα Σέρβια, περιμένοντας εκεί την εξέλιξη των εκρηκτικών γεγονότων.

Οι στασιαστές κατέλαβαν απαρχής τις αποθήκες του εφοδιασμού, άρπαξαν τρόφιμα, ιματισμό και τα κιβώτια με τα φυσίγγια, και με τις κραυγές «Πίσω στην Πάτρα! Δεν παραδιδόμεθα στους Σενεγαλέζους! Έξω οι ξένοι!» πήραν τον δρόμο για την Λάρισα. Στην αρχή ξεπερνούσαν τους χίλιους, ύστερα όμως από πολλές διαρροές, που σημειώθηκαν, όταν διαπιστώθηκε, ότι κανένας ανώτερος αξιωματικός δεν είχε αναλάβει την ηγεσία του κινήματός τους, απόμειναν γύρω στους εξακόσιους και χωρίστηκαν σε δύο ομάδες. Στην μεγαλύτερη ομάδα, που την συγκροτούσαν 450 περίπου άνδρες, αναδείχτηκε αρχηγός ο υποδεκανέας Ανδρέας Κορδάς, ενώ επικεφαλής της άλλης ομάδας βρέθηκαν οι λοχίες Κώστας Σολωμός, Δημήτριος Τσίκλιρας, Δημήτριος Παπαθανασόπουλος και Χρύσανθος Πετραλιάς.
Στρατιώτες του 39ου Ευζωνικού Συντάγματος Μεσολογγίου. Στασίασαν μαζί με το 12ο Σύνταγμα της Πάτρας.

Οι στασιαστές, που τα βενιζελοκρατούμενα πατραϊκά σωματεία, ύστερα προφανώς από σχετική κυβερνητική εντολή, είχαν σπεύσει με τηλεγραφήματα και ανακοινώσεις να τους καταδικάσουν, συνελήφθησαν πολύ εύκολα και πολύ γρήγορα από στρατιωτικά αποσπάσματα και αρκετοί από αυτούς παραπέμφθηκαν στο Στρατοδικείο της Κοζάνης, που είχε συσταθεί γι’ αυτό τον σκοπό με πρόεδρο τον Στέφανο Φατσέα, βασιλικό επίτροπο τον Ιωσήφ Κούνδουρο και εναλλασσόμενα μέλη του τούς Ζωτόπουλο, Δημήτριο Λούμη, Λέοντα Παπαγεωργίου, Σακελλαρόπουλο, Βασίλειο Φραντζαβόλη και Χατζηπέτρο. Μαζί με τους στασιαστές είχε παραπεμφθεί και ο ίδιος ο διοικητής του 12ου Συντάγματος, που ο βασιλικός επίτροπος Κούνδουρος, φανατικός βενιζελικός, του είχε υποσχεθεί την θανάτωσή του και είχε διατυπώσει σε βάρος του την χαλκευμένη κατηγορία, ότι «παρώτρυνε τους άνδρας του εις λιποταξίαν εν καιρώ πολέμου». Του είχε πει σχετικά με καταφανή σαρκασμό:

«Ανέφερες στο λόγο σου προς τους στρατιώτες σου στο Χάνι Χατζή Γώγου και στα Σέρβια, ότι θα πάρης το καπέλο σου και θα πας στο σπιτάκι σου. Το καπέλο σου βέβαια θα πάη στο σπιτάκι σου, το κεφάλι σου όμως θα μείνη εδώ».

Ανάλογα συναισθήματα κατά των στασιαστών, που αφορούσαν μάλιστα ολόκληρη την 3η Μεραρχία, χαρακτήριζαν και τους υποτιθέμενους «συμμάχους», ιδιαίτερα τους γάλλους, για τους οποίους γράφει στο Ημερολόγιό του ο Κάββουρας:

«Το μίσος των γάλλων κατά της 3ης Μεραρχίας εξεδηλούτο πολυειδώς και πολυτρόπως. Προς τιμωρίαν μάς εχορήγουν πολύ ολίγον συσσίτιον και ανθυγεινόν – κουραμάνα μπαγιάτικη και μουχλιασμένη, κρέας κατεψυγμένον και σκωληκόβρωτον. Όταν δε μία ομάς στασιαστών ωδηγείτο είς τινα σταύλο, διά να φυλακισθή, έως ότου αρχίση η δίκη των, δεικνύοντες εις αυτούς την απέναντι κορυφογραμμήν, τους έλεγον οι γάλλοι:

– Εκεί θα σας βάλωμε και θα σας θερίσωμε με τα μυδραλιοβόλα».
Για τη στάση του 12ου Συντάγματος έγιναν στην Κοζάνη τέσσερες δίκες – η πρώτη από τις 16 μέχρι τις 19 του Ιούνη του 1918, η δεύτερη στις 19 του ίδιου μήνα, η τρίτη την 1η του Ιούλη και η τέταρτη από τις 9 μέχρι τις 15 αυτού του μήνα επίσης. Σε μια μάλιστα από τις δίκες αυτές είχε επιστρατευθεί ως υποτιθέμενος συνήγορος υπεράσπισης ο έφεδρος ανθυπολοχαγός και κατοπινός πολιτικός παράγοντας του Λαϊκού Κόμματος στην Αχαΐα Θεόδωρος Ζαφειρόπουλος, ο οποίος δεν πρόβαλε καμμιά θέση προς υπεράσπιση των κατηγορουμένων, αλλά απλά περιορίστηκε, σε μια σύντομη διστακτική παρέμβασή του ελάχιστων δευτερολέπτων, να αναφέρει προς τους αδυσώπητους στρατοδίκες, ότι «επαφίετο εις την κρίσην των διά την υπόθεσιν».

Βασικοί μάρτυρες κατηγορίας στις δίκες αυτές ήσαν οι κρήτες ανθυπολοχαγοί Χαράλαμπος Σαριδάκης και Στυλιανός Μπενάκης, ο άνθρωπος όμως, που ουσιαστικά κατηύθυνε τις δίκες και τελικά προσδιόρισε τις αποφάσεις, ήταν ο ταξίαρχος Γεώργιος Βλαχογιάννης. Όπως αναφέρει και πάλι στο Ημερολόγιό του ο Ανδρέας Κάββουρας, «αι απειλαί, αι ύβρεις και οι προπηλακισμοί του Βλαχογιάννη επρόδιδον εσκεμμένους φόνους». Κατά τον Κάββουρα πάντα, ο Βλαχογιάννης μια ημέρα πριν από την συγκρότηση του Στρατοδικείου είχε πει σε μια ομάδα αξιωματικών και στρατιωτών σχετικά με την έκβαση των δικών: «Θα καθαρίσουμε καμμιά πενηνταριά παληοτόμαρα, για να ησυχάσουμε» – ενώ σε κάποια διακοπή μιας συνεδρίασης του εν λόγω Στρατοδικείου είχε εκστομίσει κατά των υπόδικων στασιαστών αυτή την απειλή: «Αν δεν ντύσω εγώ την Πάτρα στα μαύρα, να μη με λένε Βλαχογιάννη».

Από τους 209 κατηγορούμενους 170 καταδικάστηκαν σε πεντάχρονη ή δεκάχρονη φυλάκιση, 18 σε ισόβια δεσμά και 21 στην ποινή του θανάτου, που εκτελέστηκε μέσα σε ελάχιστες ημέρες από την επιβολή της. Συγκεκριμένα, στις 20 του Ιούνη ντουφεκίστηκαν οι λοχίες Σπύρος Αγραπίδης, Νίκος Γκοτσόπουλος και Κώστας Σολωμός, από την Πάτρα, ο υπολοχαγός Γεώργιος Καμπούρης, από τα Τσουκαλέικα, ο λοχίας Χρύσανθος Πετραλιάς, από την Δίβρη, ο λοχίας Δημήτριος Παπαθανασόπουλος, από την Γρόπα, και ο λοχίας Δημήτριος Τσίκλιρας, από το Ρένεσι της Τριταίας – στις 30 οι στρατιώτες Άγγελος Αγγελόπουλος, Σωτήριος Μιχαήλ και Μιχαήλ Σπυρόπουλος και ο δεκανέας Κώστας Γεωργακόπουλος, από την Πάτρα, ο στρατιώτης Πέτρος Γιαννακόπουλος, από τον Άγιο Γεώργιο, ο στρατιώτης Θρασύβουλος Βοΐλας, από τον Κάτω Λυκόβατο, και ο δεκανέας Βασίλειος Αναγνωστόπουλος από το Ρένεσι – στις 3 του Ιούλη ο λοχίας Γρηγόριος Μουσούρης από την Πάτρα, ο επιλοχίας Διονύσιος Κόκκινος, από το Σκουροχώρι, ο υπολοχαγός Νίκος Μαντέλης, από το Ληξούρι, και ο λοχαγός Γεράσιμος Ποταμιάνος, από το Αργοστόλι – στις 20 οι στρατιώτες Νίκος Πανίτσας, από το Λεόντιο, και Βασίλειος Παπανικολόπουλος, από την Αραγωνίτσα – και στις 27 ο διοικητής του 12ου Συντάγματος συνταγματάρχης Παντελής Γιαννετάκης, που καταγόταν από τη Λάρισα. Στις 21 του ίδιου μήνα ντουφεκίστηκαν ως στασιαστές 16 εύζωνοι του 2/39 Συντάγματος του Μεσολογγίου και τις ίδιες ημέρες αντιμετώπισε το εκτελεστικό απόσπασμα ο υποδεκανέας Ανδρέας Κορδάς, που είχε καταδικασθεί ως στασιαστής επίσης στην ποινή του θανάτου από το Στρατοδικείο του Βόλου.[3]

Όσοι στασιαστές δεν καταδικάστηκαν σε θάνατο ρίχτηκαν στις φυλακές «ως κοπάδια κτηνών» και εκεί «υπέστησαν μαρτύρια, εστερήθησαν δε και αυτού του επιουσίου άρτου». Όπως καταγράφει στο Ημερολόγιό του ο Ανδρέας Κάββουρας, «η προς τους κρατουμένους διαγωγή του εφέδρου υπολοχαγού Νίκου Κοζάκου, διευθυντού των φυλακών, υπήρξε αξία στιγματισμού». Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί, κατά τον Κάββουρα και πάλι, για ένα αντιβενιζελικό πατρινό έφεδρο επίσης αξιωματικό, ο οποίος από φόβο προφανώς είχε και αυτός επιδείξει κτηνώδη συμπεριφορά απέναντι στους κρατουμένους στασιαστές, οι οποίοι «ανέμενον οι ατυχείς εις τας ανηλίους και φρικώδεις φυλακάς των από αυτόν κάποιο ενδιαφέρον, κάποια περίθαλψιν ή έστω κάποια στοιχειώδη ανακούφισιν – εις μάτην όμως».

Όσο αφορά τους στρατιώτες εκείνους του 12ου Συντάγματος, που δεν είχαν εξεγερθεί, έσπευσε η βενιζελοκρατούμενη ελληνική στρατιωτική διοίκηση να τους νουθετήσει, επιστρατεύοντας ακόμη και κάποιον πλανόδιο πατρινό ποιητή εκείνης της εποχής, τον Σπύρο Ματσούκα, ο οποίος τους εξόρκισε «εις την σημαίαν της μονάδος των να πολεμήσουν υπέρ της πατρίδος παρά το πλευρόν των μεγάλων συμμάχων τους». Στο πλαίσιο μάλιστα των σχετικών προσπαθειών τούς επιθεώρησε, συνοδευόμενος από δυο γάλλους αξιωματικούς, και ο στρατηγός Παναγιώτης Δαγκλής, ο οποίος, όπως και άλλοι στρατηγοί, είχε τότε προτιμήσει να περπατήσει όχι στις πλατειές λεωφόρους αλλά στα κακοτράχαλα μονοπάτια μιας αμφίβολης δόξας. Παράλληλα όμως εκδόθηκε από τη νέα διοίκηση του 12ου Συντάγματος διαταγή «να μη γράφωσιν οι στρατιώται εις τους οικείους των τίποτε περί της στάσεως, ούτε, πού ευρίσκονται, ούτε πού πρόκειται να μεταβούν, ούτε αν κακοπερνούν». Έτσι, ο Ανδρέας Κάββουρας είχε γράψει τότε στους δικούς του:
«Δόξα να έχει ο Ύψιστος. Από υγεία είμαι πολύ καλά. Να μην έχετε δε δι’ εμέ κανένα φόβον και καμμίαν ανησυχίαν, πρώτον διότι διαμένω εις ωραίαν τοποθεσίαν και δεύτερον, επειδή τα περνώ τόσο καλά υπό πάσαν έποψιν, ώστε ούτε καν μου φαίνεται, ότι είμαι στρατιώτης και ευρίσκομαι εις εκστρατείαν».
Οι στρατώνες του 12ου Συντάγματος στην Πάτρα (ΚΕΤΧ).

Η στάση του 12ου Συντάγματος με την τραγική της κατάληξη, όπως και οι ανάλογες εξεγέρσεις του 2/39 Συντάγματος του Μεσολογγίου και ορισμένων άλλων στρατιωτικών μονάδων με παρόμοια αποτελέσματα, πρέπει να θεωρηθεί ως ένα μέρος ενός γενικότερου αντιπολεμικού κινήματος, που αναπτύχθηκε εκείνη την εποχή στους στρατούς όλων των εμπόλεμων μερών και διαμορφώθηκε τελικά σε ακανθώδες πρόβλημα για τους ευρωπαϊκούς μιλιταριστικούς κύκλους και σε ιδιαίτερης σημασίας επιβοηθητικό γεγονός για την οκτωβριανή σοσιαλιστική επανάσταση, που είχε εκραγεί τότε στη Ρωσία. Οι στασιαστές του 12ου Συντάγματος της Πάτρας, όπως και των άλλων ελληνικών στρατιωτικών μονάδων, δεν ήσαν βέβαια επαναστατικοί φορείς σοσιαλιστικών θέσεων αναφορικά με τον τερματισμό των πολεμικών επιχειρήσεων σε όλα τα μέτωπα – εκδηλώθηκαν όμως οπωσδήποτε ως φιλειρηνικά στοιχεία, λιγότερο ασφαλώς από ιδεολογία και περισσότερο από τον κάματο ή από την απελπισία, που γεννούσε η αίσθηση του ατελεύτητου ενός ιδιαίτερα αιματηρού πολέμου. Αρκετά, εξάλλου, από αυτά τα στοιχεία προσεγγίζανε τον κωνσταντινισμό, ο οποίος εμφανιζόταν τότε ως ο μοναδικός πραγματικά ισχυρός πολιτικός αντίπαλος του φιλοπόλεμου βενιζελισμού, διακηρύχνοντας, υστερόβουλα προφανώς, ότι επιζητούσε την ουδετερότητα της χώρας, και ευαγγελιζόμενος απέναντι σε μια ιδιαίτερα αιματηρή σύρραξη, όπως αυτή του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, την πολυπόθητη ειρήνη.

Το γεγονός της εκτέλεσης του ίδιου του διοικητή και άλλων 21 ανδρών του 12ου Συντάγματος (ενός λοχαγού, δύο υπολοχαγών, ενός επιλοχία, 7 λοχιών, δύο δεκανέων, ενός υποδεκανέα και 7 στρατιωτών) συγκλόνισε την Πάτρα και την ευρύτερη περιοχή και ενίσχυσε το μίσος μιας πολύ μεγάλης μερίδας των πολιτών τους, που ήσαν αντιβενιζελικοί, κατά του κόμματος των Φιλελευθέρων και των συμμάχων της Αντάντ – το πατραϊκό δημοτικό συμβούλιο όμως, που ήταν στην πλειοψηφία του αντιβενιζελικό, αλλά το οποίο δεν διακρινόταν καθόλου για αγωνιστικές φιλειρηνικές τάσεις, ούτε καν για μαχητικό φιλοβασιλισμό, έσπευσε να αποδείξει για άλλη μια φορά την εθελοδουλεία του. Επρόκειτο άλλωστε για ένα θλιβερό συμβούλιο, το οποίο παλαιότερα, υπακούοντας στα κελεύσματα των έξαλλων κωνσταντινικών επιστράτων, είχε κατακεραυνώσει τον Βενιζέλο, τον είχε αναθεματίσει και είχε διαγράψει ως εχθρό από το δημοτολόγιο του δήμου Πατρέων τον τοπικό σημαντικό παράγοντα του κόμματος των Φιλελευθέρων Ανδρέα Μιχαλακόπουλο. Στη συνέχεια βέβαια, όταν κυριάρχησε στην ελληνική πολιτική σκηνή ο Βενιζέλος, το εν λόγω συμβούλιο άλλαξε θέση και αποδέχτηκε, πάλι υποκύπτοντας στους ισχυρούς της ημέρας, ότι η προγενέστερη απόφασή του για τον Μιχαλακόπουλο, για την οποία υποτίθεται, ότι τώρα ντρεπόταν, αποτελούσε στίγμα και για τον δήμο και για την πόλη.

Αυτό λοιπόν το δημοτικό συμβούλιο, μόλις πληροφορήθηκε το γεγονός της ανταρσίας, που είχε εκδηλωθεί στο 12ο Σύνταγμα, «εταράχθη σφόδρα» και φρόντισε να συνέλθει αμέσως σε ειδική συνεδρίαση. Εκεί τα τρομαλέα μέλη του προσποιήθηκαν, ότι συζήτησαν σε βάθος το ζήτημα και στη συνέχεια, αγόμενα, όπως και άλλοτε, από την πασίδηλη δειλία τους, εξουσιοδότησαν ομόφωνα τον δήμαρχο Δημήτριο Μπουκαούρη να στείλει στην κυβέρνηση το εξής τηλεγράφημα:

«Το Δημοτικόν Συμβούλιον [Πατρέων] κατά την σημερινήν έκτακτον αυτού συνεδρίασιν, τη προτάσει του δημοτικού συμβούλου κυρίου Νικολάου Ραυτοπούλου ομοφώνως υποβάλλει υμίν την έκφρασιν της οδύνηράς εντυπώσεώς του επί τω οικτρώ συμβάντι της λιποταξίας στρατιωτών του 12ου Συντάγματος, ευλόγως καταθλίψαντι την ημετέραν πόλιν».[4]

Το ίδιο το περιεχόμενο του εν λόγω τηλεγραφήματος, που αναφέρεται σε κάποιες λιποταξίες κάποιων στρατιωτών του πατραϊκού Συντάγματος, περιστατικά δηλαδή, τα οποία αφορούσαν μεμονωμένα άτομα και όχι στην ανταρσία, που φανερώθηκε στις γραμμές του, προδίδει είτε πλήρη άγνοια του γεγονότος της ίδιας της ανταρσίας, που κατέληξε σε τραγωδία, είτε σκόπιμη αποσιώπησή του, εξαιτίας του ασφυκτικού πολιτικού κλίματος, που επικρατούσε στη χώρα εκείνη την εποχή. Όπως όμως και να έχει το ζήτημα, το 12ο Σύνταγμα σύρθηκε τελικά και αυτό στη σφαγή, με νέο διοικητή του τον ναυπάκτιο συνταγματάρχη Νικόλαο Σουμπασάκο, γνωστόν στην Πάτρα από προγενέστερη μακρόχρονη θητεία του στην πόλη. Εξακολουθούσε ωστόσο το δύσμοιρο αυτό Σύνταγμα να μην εμπνέει εμπιστοσύνη στους συμμάχους, οι οποίοι, με την αποδοχή από την ελληνική κυβέρνηση ενός μέτρου εντελώς απαράδεκτου και ιδιαίτερα προσβλητικού για τη χώρα, το εντάξανε τελικά ως τμήμα ξένου στρατού στην 22η Ταξιαρχία της 11ης σενεγαλέζικης Μεραρχίας, προκειμένου να το επιβλέπουν καλλίτερα.

Δυο χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα στις 2 του Αυγούστου του 1920 το 12ο Σύνταγμα, και μαζί του το 6ο, ξεκινήσανε με το ατμόπλοιο «Έλενα Μαργαρίτα» για την Μικρασία, προκειμένου να ενισχύσουν τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις, που πολεμούσαν ήδη εκεί. Τα δυο αυτά Συντάγματα με επικεφαλής την στρατιωτική μουσική είχαν κατέβει από τους στρατώνες στην παραλία, ενώ πλήθη ανυποψίαστου λαού τα ξεπροβόδιζε με ζητωκραυγές. Όλοι σχεδόν πίστευαν τότε στις μελλούμενες νίκες, που οι τοπικές εφημερίδες με πύρινα άρθρα τους προφήτευαν καθημερινά – και κανένας δεν υποψιαζόταν ακόμη την εθνική τραγωδία, που πολύ σύντομα θα ξετυλιγόταν στα χώματα της αρχαίας Ιωνίας, όπου τα όνειρα της μεγάλης πατρίδας θα γίνονταν κομμάτια.  





[1] Εφημ. Νεολόγος, φ. 22 Ιουλίου 1914.
[2] Όπ.π. φ. 15 Ιουνίου 1917.
[3] Ανδρ. Θεοφ. Κάββουρα˙ Σημειώσεις ημερολογιακαί εκστρατείας παγκοσμίου πολέμου. 1914-1918. Πάτραι, 1919. σ. 28-40 και 52-92. Ανέκδοτο.
[4] Πρακτικά Δημοτικού Συμβουλίου. Συνεδρίασις 25ης Ιουνίου 1918.