Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Ο ΜΥΛΟΣ ΜΠΑΚΟΥΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΑΧΑΪΑ


Κώστας Παπαγιαννόπουλος
Αρχαιολόγος-Ιστορικός
Ο μύλος του Μπακούλια βρίσκεται στην Κάτω Αχαΐα, στην αριστερή όχθη του ποταμού Πείρου, ανάμεσα στην Παλαιά και στη Νέα Εθνική οδό. Είναι ένα επιβλητικό κτήριο, του οποίου η αρχική φάση κατασκευής ανάγεται πιθανότατα στην εποχή της Β΄ Τουρκοκρατίας (1715-1821) ή και ακόμα παλαιότερα. Πιο συγκεκριμένα, ήδη στα 1816, αναφέρεται από τον Γάλλο περιηγητή Pouqueville η ύπαρξη μύλου στο ίδιο σημείο που τον βρίσκουμε σήμερα («A sa rive gauche [de Peiros] nous laissâmes un moulin; et après avoir gravi un coteau boisé pendant vingt minutes, nous arrivâmes au village de Cato Achaia» Pouqueville, F.G. Voyage dans la Grèce, Paris 1820, t. III, 518. Πρβλ. του ίδιου, Voyage de la Grèce, Paris 1826, t. IV, 375). Μύλοι και πριονιστήρια σανίδων στον ποταμό Πείρο αναφέρονται, ωστόσο, και στην εποχή της Β΄ Βενετοκρατίας (1687-1715).

Η πρώτη φάση κατασκευής του μύλου ανιχνεύεται στις καμάρες του ισογείου και στα υπόγεια, τα οποία έχουν χτιστεί με οπτές πλίνθους (συμπαγή τούβλα). Οι διαστάσεις των πλίνθων συνηγορούν ως προς τη χρονολόγηση σε αυτήν την περίοδο. Μέρος αυτού του παλαιότερου κτηρίου πρέπει να είναι μια κατασκευή στα ΒΑ του κυρίως κτηρίου, η λεγόμενη «νεροτριβή». Τις ίδιες διαστάσεις πλίνθων συναντούμε και σε δυο γεφύρια της ευρύτερης περιοχής, το ένα στη θέση Σκάγια και το άλλο μέσα στο χωριό Τσουκαλαίικα, χτισμένα πιθανότατα την ίδια περίοδο. Στα παλαιότερα στοιχεία περιλαμβάνονται και οι ξύλινοι βαθμιδωτοί κίονες στο εσωτερικό του μύλου. Στα ΒΔ του μύλου και σε μικρή απόσταση απ’ αυτόν σώζεται το παλαιό πηγάδι του με εμφανείς τις εγχαράξεις στο στόμιο από τη μακροχρόνια χρήση.

Άγνωστο είναι και το όνομα του αρχικού ιδιοκτήτη του μύλου. Αν κρίνουμε όμως από το μέγεθος του κτηρίου και από τις κατασκευαστικές ομοιότητες με τα γεφύρια που αναφέραμε, τότε πρέπει να θεωρήσουμε ότι πρόκειται για δημόσια έργα ή έργα που χρηματοδοτήθηκαν έστω από μέλη της ανώτερης οικονομικής και κοινωνικής ομάδας. Σύμφωνα με τα βενετικά αρχεία, η Κάτω Αχαΐα ανήκε στα τέλη της Α΄ Τουρκοκρατίας στον Μεχμέτ αγά και μετά από το θάνατό του περιήλθε στον αδελφό του, Χουσεΐν αγά (γύρω στα 1667). Κατά τη διάρκεια της Β΄ Βενετοκρατίας, οι κάτοικοι του χωριού διεκδίκησαν την κυριότητα των γαιών του χωριού, αλλά το βενετικό Δημόσιο αποφάνθηκε ότι οι γαίες ανήκαν σε Τούρκους ιδιοκτήτες και προχώρησε στην παραχώρηση εκτάσεων σε Αθηναίους πρόσφυγες (Μάλλιαρης, Α., Η Πάτρα κατά τη Βενετική περίοδο, Βενετία 2008, 115-116).

Στη Β΄ Τουρκοκρατία ως ιδιοκτήτης των χωριών Άνω και Κάτω Αχαγιά αναφέρεται ο Σαΐτ αγάς, του οποίου τα σπίτια και τις αποθήκες στην Κάτω Αχαΐα έκαψε ο Κολοκοτρώνης το 1806. Με βεβαιότητα ανήκε στον Σαΐτ αγά το χάνι, που βρισκόταν στα μέσα της διαδρομής Κάτω Αχαΐα-Αλυκές και δεν σώζεται σήμερα. Ο Σαΐτ αγάς μπορεί να είχε χρηματοδοτήσει και την κατασκευή του μύλου. Φυσικά, ο μύλος, όπως και το χάνι, νοικιαζόταν σε Έλληνες ή Τούρκους επαγγελματίες.

Μετά την Επανάσταση ο μύλος περιήλθε στην οικογένεια Λάππα. Η οικογένεια είναι γνωστή για την ενασχόλησή της με το επάγγελμα του μυλωνά. Ένας άλλος μύλος της οικογένειας αυτής ήταν στη θέση του σημερινού χωριού Λάππα, που τότε δεν ήταν κατοικημένη. Από την οικογένεια Λάππα πήρε το όνομά του το κατοπινό χωριό. Τέτοιες οικογένειες στην Αχαΐα που ασχολούνταν με το επικερδές επάγγελμα του μυλωνά έχουν εντοπιστεί και άλλες, όπως η οικογένεια Φλογερά.

Η ενασχόληση με την τέχνη του μυλωνά κατέστη ιδιαίτερα επικερδής μετά την Επανάσταση, και ιδιαίτερα μετά το 1880, όταν η πεδιάδα της Δυτικής Αχαΐας γέμισε ασφυκτικά από νέες οικογένειες που κατέβηκαν από τα ορεινά για την καλλιέργεια της σταφίδας. Νέα χωριά δημιουργήθηκαν, αλλά, παρά το κοινώς λεγόμενο, η καλλιέργεια της σταφίδας ποτέ δεν έφτασε στο επίπεδο της μονοκαλλιέργειας. Η «μεσογειακή τριάδα» (σιτάρι, κρασί, λάδι) συνέχισε να αποτελεί τη βάση της διατροφής. Μάλιστα, οι πρώην ορεσίβιοι πληθυσμοί βρήκαν στην πεδιάδα καταλληλότερο έδαφος για να σπείρουν σιτηρά.


Ο μύλος περιήλθε το 1926 στην οικογένεια Κλεομένη Μπακούλια, η οποία έδωσε στο μύλο και την τελική μορφή του. Παράλληλα, έθεσε σε λειτουργία και ελαιοτριβείο, το οποίο μεταφέρθηκε το 1950 σε κτήριο που χτίστηκε στον ίδιο χώρο για αυτό το σκοπό. Ο μύλος σταμάτησε να λειτουργεί περί το 1965. Ο σημερινός ιδιοκτήτης του μύλου, του ελαιοτριβείου και του χώρου γύρω από αυτόν είναι ο γιος του Κλεομένη, Κωνσταντίνος Μπακούλιας.