Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

Η Ευρωπαϊκή ενοποίηση των «πάνω» και των «κάτω»

Κουνάβης Ανδρ. Παναγιώτης

Οι σκέψεις αυτές γράφονται λίγες ημέρες μετά από το αποτέλεσμα στο Βρετανικό δημοψήφισμα, όπου οι Βρετανοί πολίτες ψήφισαν υπέρ του ΒRΕΧΙΤ από την ΕΕ. Για το πώς ψήφισαν οι Βρετανοί έχουν γραφτεί και θα γραφτούν πάρα πολλά. Αν κάτι έχει αξία σύμφωνα με τη γνώμη μου είναι κατά πόσο και με ποιόν τρόπο  θα υλοποιηθεί η εντολή των Βρετανών. Σύμφωνα με το άρθρο 50 της Συνθήκης της Λισαβόνας, οι διαπραγματεύσεις μπορούν να διαρκέσουν μέχρι και 2 χρόνια ή και περισσότερο. Είναι η πρώτη φορά, που σε ένα κράτος-μέλος της ΕΕ, οι ψηφοφόροι του ζητούν την αποχώρησή του από αυτήν. Το γεγονός αυτό από μόνο του γεννά διεργασίες και εξελίξεις που η ακολουθία τους αποκτά πρωτόγνωρα χαρακτηριστικά.

Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση των αγορών

Η ιδέα της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης απέκτησε τη σημερινή μορφή της μετά από την υπογραφή της συνθήκης του Μάαστριχτ, που υπεγράφη το 1992 και τέθηκε σε εφαρμογή το 1993. Ξεπρόβαλε μετά από την κατάρρευση των πρώην χωρών του "υπαρκτού" σοσιαλισμού, σαν το όνειρο που μπορούσε να ανταποκριθεί καλύτερα στις προκλήσεις του παγκοσμιοποιούμενου κόσμου του 21ου αιώνα. Στην άλλη μεριά του ατλαντικού το αμερικάνικο όνειρο εύρισκε συνέχεια ως προς τα οικονομικά του χαρακτηριστικά σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία.

Η ολοκλήρωση αυτή στην οικοδόμησή της περιέχει και τη δημιουργία μηχανισμών πολύπλοκων, που σιγά σιγά έχτισαν την εικόνα της σημερινής ΕΕ. Μία εικόνα που λειτούργησε υπέρ της ανόδου του καταναλωτισμού και των χρηματοπιστωτικών αγορών. Παιδιά αυτής της εξέλιξης ήταν και η δημιουργία της Ευρωζώνης και η διεύρυνση της ΕΕ. Αυτό συνέβαινε με υποταγή της πολιτικής στις απαιτήσεις των αγορών. Η αναίρεση του κοινωνικού κράτους, μεταπολεμική κατάκτηση των εργαζομένων, μαζί με τις αλλαγές των εργασιακών σχέσεων στο όνομα της ανταγωνιστικότητας και των ιδιωτικοποιήσεων, λυδία λίθο του νεοφιλελευθερισμού, σφράγισαν την κατεύθυνση της ενοποίησης αυτής.

Αυτό που δοκιμάστηκε με την πολιτική Ρέιγκαν και Θάτσερ σε ΗΠΑ και Μ. Βρετανία, αφού είχε μπει στο δοκιμαστικό σωλήνα της Χιλής του Πινοσέτ, θα εύρισκε σάρκα και οστά και στην ΕΕ λίγα χρόνια αργότερα. Η εφαρμογή των πολιτικών αυτών απαιτούσε αντίστοιχους μηχανισμούς, όπως ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, που μαζί με την ΕΚΤ έβαλαν στο περιθώριο το Ευρωκοινοβούλιο, ένα θεσμό που ήταν ήδη υποβαθμισμένος από την ίδρυσή του. Αλλά ακόμα και οι περιβόητες Σύνοδοι Κορυφής των αρχηγών κρατών έγιναν όργανα επικύρωσης αποφάσεων των «θεσμών». Οι «θεσμοί» αυτοί θεοποίησαν τους οικονομικούς δείκτες και τους οίκους αξιολόγησης και στόχο είχαν τα ταμπλό των χρηματιστηρίων. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα απέκτησε τεράστια ισχύ και η άσκηση εθνικών πολιτικών πέρασε σε υποταγή και καθοδήγηση των προθέσεών της. Η κυβέρνηση σε κάθε κράτος έγινε οργανωτής αυτής της διαδικασίας.

Ένα Γερμανικό όνειρο

Την περίοδο της αύξησης της καταναλωτικής πίστης και της ευφορίας του πλαστικού χρήματος είναι γεγονός πως οικοδομήθηκαν ιδεολογήματα στη συνείδηση των ευρωπαίων εργαζομένων, που έφεραν σε δεύτερη μοίρα τα δημοκρατικά δικαιώματα, το συνδικαλισμό, την αναζήτηση άσκησης ελέγχου των εξουσιών και της συμμετοχής στα κέντρα λήψης αποφάσεων. Δεν αναπτύχθηκε ένα αντίπαλο ιδεολογικό δέος από τα αριστερά και εργατικά Ευρωπαϊκά κόμματα, που θα είχε στο επίκεντρο τον άνθρωπο, την προστασία της φύσης και τη δημοκρατία και το οποίο θα απαντούσε στις απαιτήσεις των καιρών. Η κρίση του 2008 επιτάχυνε τις διαδικασίες οικοδόμησης των θεσμών και της συνοχής τους, ενώ η μετατροπή της σε κρίση χρέους γέννησε μνημόνια και αυστηρή επιτήρηση, ιδιαίτερα στις χώρες του νότου, με την ταυτόχρονη άφιξη του ΔΝΤ στην επιτήρηση των μνημονίων. Η ανάδειξη του γερμανικού οικονομικού πόλου σε κατεξοχήν κύριο εκφραστή της πορείας των τελευταίων χρόνων της ΕΕ, η οποία ξεκίνησε με τη γερμανική ενοποίηση της τότε Δυτικής και Ανατολικής Γερμανίας, τη διεύρυνση της ΕΕ με τη συμμετοχή των χωρών της πρώην Γιουγκοσλαβίας και ταυτίστηκε με την εφαρμογή πολιτικών των μηδενικών ελλειμμάτων, είχε ως αποτέλεσμα την ενίσχυση των γερμανικών οικονομικών συμφερόντων και κατέστησε τη χώρα αυτή ηγεμόνα της Ευρωπαϊκής πολιτικής.

Οι λαοί, το μέλλον τους και η δική τους ενοποίηση σε ένα νέο ιστορικό κύκλο

Με αφορμή το πρόσφατο Βρετανικό δημοψήφισμα, πρέπει εδώ να ξεκαθαρίσουμε αυτό που πολλοί και στη χώρα μας συνειδητά ή ασυνείδητα ξεχνούν. GREXIT σημαίνει ότι η Ελλάδα θα εγκαταλείψει την ευρωζώνη, θα εκδώσει το δικό της νόμισμα και θα το υποτιμήσει προκειμένου να τονώσει τις εξαγωγές της. Η Μ. Βρετανία δεν είναι καν μέλος της ζώνης του ευρώ κι έτσι οι Βρετανοί με το BREXIT θα αποχωρήσουν μόνο από ορισμένες ευρωπαϊκές συνθήκες. Ο πραγματικός κίνδυνος για την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν προέρχεται από την άλλη πλευρά της Μάγχης, προέρχεται από την ίδια τη φύση της και την αρχιτεκτονική της. Το δόγμα περισσότερη πειθαρχία, πιο σκληρή επιτήρηση, περισσότερη λιτότητα, γεννά ανεργία και κοινωνική καταστροφή ιδιαίτερα της μεσαίας τάξης. Μια πραγματική επανίδρυση της Ευρώπης προϋποθέτει το σπάσιμο του παραπάνω δόγματος και ρήξη με το θεσμικό μηχανισμό της ΕΕ.

 


Το Δημοψήφισμα των Βρετανών είχε ταξικά χαρακτηριστικά σχετικά με την επιλογή των ψηφοφόρων, οι οποίοι αψήφησαν ένα σκηνικό φόβου αντίστοιχο με εκείνο που στήθηκε στη χώρα μας τον περασμένο Ιούλη και επέλεξαν η χώρα τους να έχει τον πρώτο λόγο στο μέλλον τους. Η επιλογή αυτή έγινε απούσας της Αριστεράς και με την πλειοψηφία των στελεχών του Εργατικού Κόμματος ενάντια στην επιλογή του ΒREXIT. Την καθοδήγηση και τα ιδεολογικά σκήπτρα τα είχαν συντηρητικοί κύκλοι. Την ίδια στιγμή, λίγα ναυτικά μίλια απέναντι, η Γαλλία συγκλονίζεται από παρατεταμένες, ογκώδεις διαδηλώσεις των εργαζομένων, οι οποίοι αντιστέκονται στην εργασιακή μεταρρύθμιση. 

Οι τριγμοί αυτοί είναι οι οδύνες ενός τοκετού και η αντιφατικότητά τους δείχνει ότι μπαίνουμε σε μια περίοδο, όπου τα συνεχή πολιτικά επεισόδια θα αμφισβητούν την ίδια την υπόσταση της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η εποχή αυτή θα κλείσει με τρόπο που η Ευρώπη των «πάνω» δεν θα διστάσει να γίνει ξανά η σκοτεινή ήπειρος, ή όταν η φωνή των «κάτω» θα διεκδικήσει τη ζωή που τους ανήκει. Μια άλλη ενοποίηση ξεπροβάλλει, η οποία όμως θα έχει ως βασικό συστατικό της την ανάταξη της χαμένης εθνικής κυριαρχίας. Το ζητούμενο είναι η δημιουργία πολιτικών υποκειμένων τέτοιων, που θα επιβάλλουν την ενοποίηση αυτή στη νέα εποχή προς όφελος των πολλών, φράζοντας το δρόμο σε εθνικιστικά και ξενοφοβικά μορφώματα, τα οποία θα θελήσουν να καρπωθούν τη λαϊκή οργή.