Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2016

I WANT MY MONEY BACK

 Η ιστορική διάσταση του BREXIT και το δημοκρατικό έλλειμμα μιας Ευρώπης των αγορών

Δημήτρης Στεμπίλης
Δημοσιογράφος Ιστορικός

Η ιστορία του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής ενοποίησης αναγνωρίζεται πολλές φορές ως ανιαρή. Όποιος καταπιάνεται με την έρευνα και τη συγγραφή της είναι αναγκασμένος να μελετήσει αλλά και να αποτυπώσει λεπτομέρειες διαπραγματεύσεων και γραφειοκρατικών διαδικασιών, που, αν μη τι άλλο, δεν εγείρουν το ενδιαφέρον του κοινού όπως συμβαίνει με άλλα ζητήματα. Ωστόσο, αν αναλογιστούμε είτε ως νεοέλληνες είτε ως ευρωπαίοι πολίτες ότι η καθημερινότητά μας και η ζωή μας συνολικά επηρεάζεται κυρίως από τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) τότε μάλλον αξίζει τον κόπο να γνωρίζουμε τι είναι επιτέλους αυτός ο σύγχρονος "Πύργος της Βαβέλ".

Το δημοψήφισμα στο Ηνωμένο Βασίλειο και οι σχέσεις του "νησιού" με την ΕΕ καταδεικνύουν πολλά από τα συμπτώματα δυσλειτουργίας αλλά και παθογενειών του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Παρόλο που στην περίπτωση της Βρετανίας μπορούμε να μιλήσουμε για μια εξ υπαρχής "ιδιαίτερη" σχέση, τα προβλήματα που ανακύπτουν εδράζονται στα ίδια τα θεμέλια της ΕΕ.


Απομονωτισμός και αρνήσεις

Την επαύριο του Β' Παγκόσμιου Πολέμου η Ευρώπη ξύπνησε βαριά τραυματισμένη τόσο από τις ανθρώπινες απώλειες, που ήταν οι μεγαλύτερες στην ιστορία της ανθρωπότητας όσο και στο οικονομικό πεδίο. Οι παγκόσμιες ισορροπίες είχαν ήδη αλλάξει. Η είσοδος, το 1941, των ΗΠΑ και της Σοβιετικής Ένωσης στον πόλεμο στο πλευρό της Αγγλίας ήταν το προμήνυμα για τη νέα μεταπολεμική κατάσταση. Ο Ουίνστον Τσότρσιλ, ο μεγάλος νικητής του Χίτλερ, είχε κατανοήσει πλήρως ότι η χώρα του, η Βρετανία, και η Δυτική Ευρώπη γενικότερα όφειλε να ανασυντάξει τις δυνάμεις και να επαναπροσδιορίσει ειρηνικά το μέλλον της. Στις 19 Σεπτεμβρίου 1946 σε μια ιστορική ομιλία του στο Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης ο βρετανός συντηρητικός πολιτικός θα θέσει το ζήτημα της δημιουργίας των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης.

Στα επόμενα χρόνια μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950 θα υπάρξει σημαντική πρόοδος προς την κατεύθυνση της δημιουργίας διεθνών ή υπερεθνικών οργανισμών με βάση τις φιλελεύθερες χώρες. Το 1948 ιδρύεται ο Οργανισμός Ευρωπαϊκής Οικονομικής Συνεργασίας (ΟΕΟΣ) και το 1949 το Συμβούλιο της Ευρώπης. Η αρχή του Ψυχρού Πολέμου, της αντιπαλότητας δηλαδή ανάμεσα στις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ, καθώς και των κρατών που τάσσονταν στο πλευρό της κάθε ανερχόμενης υπερδύναμης, θα κάνουν ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη διαφύλαξης της ειρήνης μέσω της συνεννόησης και της ασφάλειας. Η ίδρυση του ΝΑΤΟ το 1949 είναι η πιο "επιθετική" προσπάθεια σε αυτό το πλαίσιο. Και είναι αυτό το χρονικό σημείο που για τη Βρετανία θα αρχίσει να βαρύνει περισσότερο η "ειδική" σχέση της με τις ΗΠΑ παρά η σύγκλιση προς ένα κοινό ευρωπαϊκό μέλλον. Το 1951 ο Τσόρτσιλ, που πέντε χρόνια πριν είχε μιλήσει για ομοσπονδιακή Ευρώπη, θα διατυπώσει ειρωνικά σχόλια για τη δημιουργία ευρωπαϊκού στρατού και της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Κοινότητας λέγοντας σκωπτικά ότι θα στερούνταν ακόμη και της κοινής γλώσσας για να δίνονται διαταγές!

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 τα πράγματα για τη βρετανική οικονομία δεν είναι ευνοϊκά σε αντίθεση με τις οικονομίες της δυτικής ηπειρωτικής Ευρώπης που βρίσκονται σε πλήρη ανάπτυξη. Οι Βρετανοί θα παρακολουθήσουν με ενδιαφέρον, αλλά από μακριά, τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ), το πρώτο "πείραμα" για τη δημιουργία της σημερινής ΕΕ. Το 1957 δεν θα υπογράψουν μαζί με τους Έξι τη συνθήκη της Ρώμης για την ίδρυση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ενώ παράλληλα θα συμμετέχουν στη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών (Ε.Ζ.Ε.Σ.). Ένας από τους αρχιτέκτονες της ενωμένης Ευρώπης, ο Ζαν Μονέ, θα δηλώσει: "Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί οι Βρετανοί δεν ακολούθησαν. Φτάνω να συμπεράνω ότι αυτό πρέπει να ήταν το τίμημα της νίκης - η φαντασίωση ότι θα μπορούσε να διατηρηθεί αυτό που υπήρχε, χωρίς καμιά αλλαγή". Ο έγκριτος βρετανός ιστορικός Άλαν Μίλγουορντ, που έχει ασχοληθεί με την ιστορία της ευρωπαϊκής οικοδόμησης, απαντώντας στο ερώτημα "γιατί το Ηνωμένο Βασίλειο, παρά τις πολιτικές ομοιότητες με την υπόλοιπη δυτική Ευρώπη, συμμετείχε τόσο λίγο σε αυτή την ιστορική διαδικασία" την περίοδο 1950-1955, έδωσε μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία. Μέσα από μια διεξοδική και πλουραλιστική μελέτη του αρχειακού υλικού, υποστηρίζει ότι η βρετανική εξωτερική εμπορική πολιτική ήταν σε μεγάλο βαθμό πολύ διαφορετική από αυτή των ευρωπαίων εταίρων της. Τη στιγμή που οι τελευταίοι έδιναν έμφαση στην ανάπτυξη των εμπορικών οικονομικών πολιτικών, η Βρετανία επεδίωκε την επίτευξη ενός αντιδραστικού οικονομικού στόχου: την αποκατάσταση της παλιάς δόξας της λίρας-στερλίνας σαν διεθνές νόμισμα, μέσω της μετατρεψιμότητας λίρας-δολαρίου. "Η λίρα-στερλίνα, που κάποτε ήταν πολύτιμη όσο και ο χρυσός, θα είναι ενδεχομένως τώρα τόσο σημαντική όσο και το δολάριο".

Το 1961 ο συντηρητικός πρωθυπουργός Χάρολντ Μακμίλαν θα είναι αυτός που θα ξεκινήσει τις διαπραγματεύσεις για ένταξη. Βασική αιτία είναι ότι ο βρετανός ένοικος του νούμερου 1ο της Ντάουνινγκ Στριτ κατανοεί ότι η χώρα του έχει μείνει πίσω, ενώ από την άλλη πλευρά της Μάγχης, η Γαλλία και η Γερμανία έχουν ανακάμψει από την καταστροφή του Β' Παγκόσμιου Πολέμου. Η Βρετανία θα συναντήσει όμως μπροστά της το εμπόδιο που λέγεται Ντε Γκολ. Ο Γάλλος πρόεδρος κατηγορούσε τη Γηραιά Αλβιώνα για μια "εκ θεμελίων εχθρότητα" απέναντι στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Το 1963 ο Ντε Γκολ θα ασκήσει βέτο. Μία στάση που εξηγείται για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον ο Ντε Γκολ θεωρούσε τη Βρετανία "δούρειο ίππο" των ΗΠΑ στην ΕΟΚ και δεύτερον κατά τις διαπραγματεύσεις το Ηνωμένο Βασίλειο αμφισβητούσε τους κανόνες της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ), κάτι που σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε να αποδεχθεί ο Ντε Γκολ. Το 1967 και ενώ η ΕΟΚ θα έχει περάσει την κρίση της "άδειας καρέκλας", θα αρνηθεί για δεύτερη την πρόταση ένταξης του Ηνωμένου Βασιλείου. Όλα θα αλλάξουν όταν ο Ντε Γκολ δεν θα είναι πια πρωθυπουργός.

Η δυσχερής συμβίωση
Το 1970 τον εργατικό Χάρολντ Γουίλσον θα διαδεχθεί στην πρωθυπουργία ο συντηρητικός Έντουαρντ Χιθ. Οι διαπραγματεύσεις που ξεκίνησαν θα είναι δύσκολες. Ωστόσο, για την αποφυγή ενός νέου ναυαγίου οι Βρετανοί θα αποδεχθούν τρεις βασικές αρχές: το ευρωπαϊκό κεκτημένο, τη Συμφωνία της Χάγης, που άνοιγε το δρόμο για μια οικονομική και νομισματική ένωση και ότι τα μεταβατικά μέτρα δεν θα άλλαζαν τις υπάρχουσες συνθήκες. Τα δύσκολα σημεία αφορούσαν και πάλι στην ΚΑΠ, καθώς επίσης και στη βρετανική συνεισφορά στον κοινοτικό προϋπολογισμό και τις εξαγωγές ζάχαρης προς την προνομιακή για τους Βρετανούς αγορά της Κοινοπολιτείας. Η συνθήκη ένταξης του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιρλανδίας και της Δανίας υπογράφηκε στις 22 Ιανουαρίου 1972 και τέθηκε σε ισχύ το 1973.Η ένταξη, ωστόσο, δεν ήταν ανέφελη για το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό. Οι εργατικοί και ο Χάρολντ Γουίλσον εξέφραζαν την αντίθεσή τους στην ένταξη. Όταν ανέλαβε την πρωθυπουργία, το 1974, ανακοίνωσε ότι θα προσπαθήσει να επαναδιαπραγμετευτεί μια πιο ικανοποιητική συμφωνία που θα την έθετε στην κρίση του λαού με δημοψήφισμα. Στους κόλπους των εργατικών οι απόψεις διίσταντο και ο Γουίλσον επέτρεψε στους υπουργούς του να τοποθετηθούν δημόσια σύμφωνα με τις προσωπικές τους πεποιθήσεις. Το δημοψήφισμα πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 1975 και το αποτέλεσμα ήταν συντριπτικό υπέρ της ΕΟΚ με 67%.

Το 1979 είναι μια από τις πιο σημαντικές χρονιές για τη σχέση του Ηνωμένου Βασιλείου με την ΕΟΚ, γιατί πρωθυπουργός στο "νησί" αναλαμβάνει η Μάργκαρετ Θάτσερ. Η δεκαετία του 1970 ήταν μια σκληρή οικονομικά περίοδος για όλες τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, κυρίως λόγω της πετρελαϊκής κρίσης αλλά και λόγω των δαπανηρών εξοπλιστικών προγραμμάτων που επέβαλε ο ανταγωνισμός στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου. Τον Σεπτέμβριο του 1979 η "σιδηρά κυρία" θα εκστομίσει την ιστορική φράση "θέλω τα λεφτά μου πίσω" (I want my money back), αντιδρώντας στον τρόπο λειτουργίας του διορθωτκού μηχανισμού που είχε δημιουργηθεί για τη βρετανική οικονομική συνεισφορά στον κοινοτικό προϋπολογισμό. Οι Βρετανοί θα πετύχουν πέντε χρόνια αργότερα τη λεγόμενη "έκπτωση", έτσι ώστε να νιώθουν ότι όχι μόνο προσφέρουν αλλά και κερδίζουν από τη μεγάλη οικονομική συμμετοχή τους. Η Μάργκαρετ Θάτσερ θα βοηθήσει τον Ντελόρ στο δρόμο προς το Μάαστριχτ, το 1988 όμως στην ιστορική ομιλία της στη βελγική πόλη Μπριζ, θα μιλήσει για την κυριαρχία του υπερκράτους των Βρυξελλών, φράση που θα γίνει σημαία των απανταχού ευρωσκεπτικιστών.

Ο διάδοχος της Θάτσερ Τζον Μέιτζορ, θα ακολουθήσει ουσιαστικά την ιδεολογική γραμμή της προκατόχου του και θα κρατήσει εκτός της κοινής νομισματικής πολιτικής το Ηνωμένο Βασίλειο και των κοινωνικών ρυθμίσεων, οδηγώντας με το λεγόμενο opt-out στον βρετανικό απομονωτισμό. . 
Τις τελευταίες δύο δεκαετίες δεν είναι εργατικοί που θα βρίσκονταν διχασμένοι στο θέμα της Ευρώπης, αλλά οι συντηρητικοί. Η πρωθυπουργία Μπλερ θα βελτιώσει κατά πολύ τις σχέσεις με την ΕΕ, ωστόσο. η συζήτηση για είσοδο στο κοινό νόμισμα δεν θα ευδοκιμήσει και ο διάδοχός του Γκόρντον Μπράουν θα παραπέμψει το ζήτημα στις καλένδες.

Ο ευρωσκεπτικισμός

Οι πολιτικοί επιστήμονες , επιτηδευμένα ή ανεπιτήδευτα ταυτίζουν τις περισσότερες φορές τη μητρόπολη του ευρωσκεπτικισμού με το Ηνωμένο Βασίλειο λόγω της ιστορικής πορείας στην οποία αναφερθήκαμε, αλλά και λόγω των δυναμικών τάσεων που αναπτύσσονται στο εσωτερικό των παραδοσιακών κομμάτων στη Βρετανία. Πρώτα ήταν οι εργατικοί και τώρα, κυρίως, οι συντηρητικοί που χωρίστηκαν σε δύο στρατόπεδα με υψηλές εκπροσωπήσεις, όπως αυτή του πρώην δήμαρχου του Λονδίνου και βουλευτή των Συντηρητικών Μπόρις Τζόνσον, που τάχθηκε με το "Leave", δηλαδή με την αποχώρηση.

Το ανησυχητικό όμως είναι ότι προέκυψαν και άλλες εκπροσωπήσεις που ξεφεύγουν από το κλασικό αστικό βρετανικό πολιτικό σύστημα. Η εμφάνιση και η εδραίωση του ευρωσκεπτικιστή ακροδεξιού Νάιτζελ Φάρατζ και του κόμματός του UKIP (Κόμμα της Ανεξαρτησίας) στην αγγλική πολιτική σκηνή και η απόκτηση βήματος μέσω του Ευρωκοινοβουλίου όπου εκλέχθηκε ο Φάρατζ, είναι δείγματα της απήχησης που έχει στο "νησί" ο αντιευρωπαϊκός λόγος. Το προσφυγικό-μεταναστευτικό ζήτημα και ο φόβος για το μέλλον της "αυτοκρατορίας" θα δημιουργήσουν το πρόσφορο έδαφος για τη διόγκωση του αντιευρωπαϊσμού. Σημαντικό ρόλο στην άνοδο του ευρωσκεπτικισμού έχουν διαδραματίσει και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ειδικά αυτά του ομίλου Μέρντοχ. Η "ασθένεια" είναι μεταδοτική και θα μεταφερθεί πολύ γρήγορα και στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Τα αίτια που ξεχνάμε να συζητήσουμε


Κλείνοντας αυτή την αυτή την ιστορική αναδρομή μας στη σχέση Ηνωμένου Βασιλείου και ΕΕ και γνωρίζοντας το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος -το άρθρο πλην κάποιων μικρών προσθηκών είχε γραφτεί πριν από το δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου- και προσπαθώντας να φωτίσουμε τα αίτια αξίζει να αναφερθούμε και στις ευθύνες των ευρωπαϊκών και βρετανικών ελίτ. Ο αναθεματισμός των απαίδευτων και αμόρφωτων Βρετανών που ψήφισαν το "Leave" αποτελεί από μόνος του μια ύβρι για την ευρωπαϊκή δημοκρατία. Κατηγορούμε τους πολίτες για την επιλογή τους προβάλλοντας μορφωτικά και πολιτισμικά επιχειρήματα αλλά καθόλου πολιτικά.


Κάθε φορά που κάποιος τολμά να κάνει κριτική στην ΕΕ θεωρείται ευρωσκεπτικιστής. Οι ευρωπαϊκές ελίτ αποφεύγουν να απαντήσουν στο πιο σημαντικό ερώτημα: Πώς θα επιτευχθεί η πολιτική ενοποίηση ή η "περισσότερη Ευρώπη", όπως συνηθίσουμε να λέμε, όταν οι αποφάσεις στηρίζονται σε μια λειτουργία που χαρακτηρίζεται από έλλειμμα δημοκρατίας;

Κάθε φορά επίσης που τολμά να μιλήσει κάποιος για περισσότερη κοινωνική Ευρώπη και για ταξικές πολιτικές αντιμετωπίζεται ως πράκτορας της KGB που δεν καταλαβαίνει ότι η Ευρώπη πρέπει να γίνει πιο ανταγωνιστική!

Οι ευρωπαϊκές ελίτ, οικονομικές και πολιτικές, "ζυγίστηκαν" και βρέθηκαν "λιποβαρείς". Σε αυτές ανήκει και ο Ντέιβιντ Κάμερον που έπαιξε στα ζάρια το μέλλον της τη χώρα του εξυπηρετώντας τα προσωπικά πολιτικά συμφέροντά του. Αυτό που μας διδάσκει το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος, έστω κι αν φανεί πρόωρο να ειπωθεί, είναι ότι οι λαοί ζητούν μεγαλύτερη συμμετοχή. Αν το ερμηνεύσουμε ανάποδα θα έχουμε διαπράξει ένα ακόμη ιστορικό λάθος, που θα οξύνει το πρόβλημα. Οι εθνικοί εγωισμοί περιμένουν στη γωνία για να βγάλουν τις λόγχες τους...