Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2016

Το Τείχος των Δυμαίων


ΕΠΙΣΚΕΨΙΜΟΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ ΔΗΜΟΥ ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΧΑΪΑΣ

Νίκη Ράλλη – Ιωάννης Μόσχος
Αρχαιολόγοι 

Από τις πλέον σημαντικές αρχαίες εγκαταστάσεις στην ευρύτερη περιοχή της Δυτικής Ελλάδας, το Τείχος των Δυμαίων χρησιμοποιήθηκε διαχρονικά ως τόπος κατοίκησης και άμυνας από τα προϊστορικά χρόνια μέχρι και το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Με αυτή την ονομασία αναφέρεται από τον Πολύβιο (4,83), ταυτίζεται δε με ασφάλεια με το Κάστρο της Καλογριάς, όπως επίσης ονομάζεται από το ερειπωμένο μοναστήρι του 16ου αι. στη γλώσσα του Αράξου. Καταλαμβάνει τη νοτιότερη κορυφή της λοφοσειράς των Μαύρων Βουνών, δίπλα ακριβώς από τη μεγάλη λιμνοθάλασσα και νοτίως του ακρωτηρίου του Αράξου (Κάβο Πάπας).

Έως τα τέλη του 13ου αι. π.Χ. η θέση ήταν ατείχιστη αλλά σχετικά προστατευμένη από τη δυσπρόσιτη και απόκρημνη πλαγιά προς την πλευρά της θάλασσας. Η κυκλώπεια οχύρωση κατασκευάστηκε αυτήν την περίοδο και αποτελεί ένα τεράστιο έργο των τελευταίων ανακτορικών χρόνων της μυκηναϊκής περιόδου, είναι δε μοναδική στην κεντρική δυτική Ελλάδα.
Η παλαιότερη κατοίκηση του χώρου ανάγεται στην Ύστερη Νεολιθική περίοδο (4η χιλιετία π.Χ.), αν και έως τώρα δεν έχουν εντοπιστεί οικιστικά κατάλοιπα της πρωιμότερης στη δυτική Αχαΐα υπαίθριας αυτής προϊστορικής εγκατάστασης, ούτε, επίσης, καθαρό νεολιθικό στρώμα και η κεραμική είναι διάσπαρτη σε μεταγενέστερα στρώματα. Ιδιαίτερα εκτεταμένος ήταν ο Πρωτοελλαδικός οικισμός, που ήκμασε μεταξύ των χρόνων 2.700/2.500 έως 2.300 π.Χ. περίπου, έχοντας τη μορφή ενός πρώιμα αστικοποιημένου κέντρου. Εκτός από το κορυφαίο πλάτωμα, οι οικίες κατέλαβαν και τη βορειοανατολική πλαγιά του λόφου, περιοχή που βρέθηκε αργότερα έξω από τη μεταγενέστερη κυκλώπεια οχύρωση. Πρόσφατες έρευνες έξω από το τείχος, έφεραν στο φως θεμέλια οικιών, ορθογώνιας κάτοψης, που περιελάμβαναν δύο χώρους, ενώ στη βόρεια γωνία της οχύρωσης το κυκλώπειο τείχος είναι θεμελιωμένο ακριβώς επάνω στα ερείπια Πρωτοελλαδικών οικιών. Από τη Μεσοελλαδική περίοδο (2.000–1.700/1.680 π.Χ.) δεν κατέστη δυνατή η ταύτιση θεμελίων οικιών κατά τις παλαιότερες ανασκαφές. Η κεραμική, η οποία προέρχεται από διαταραγμένα στρώματα, είναι μεν αντιπροσωπευτική όλων των φάσεων της περιόδου, αλλά δεν είμαστε σε θέση να υποθέσουμε αδιάκοπη κατοίκηση του λόφου.

Η σημαντικότερη προϊστορική εγκατάσταση ανήκει στη μυκηναϊκή περίοδο. Από την πρώιμη φάση της δεν υπάρχουν έως τώρα γνωστά στοιχεία και η κατοίκηση/ χρήση φαίνεται πως ξεκινά με βεβαιότητα στo τέλος του 15ου αι. π.Χ. Ύστερα από δύο αιώνες το κορυφαίο πλάτωμα του λόφου περιβάλλεται από κυκλώπεια οχύρωση, πλην της νοτιοδυτικής μακράς πλευράς, που λόγω της προσφερόμενης φυσικής οχύρωσης δεν κρίθηκε απαραίτητη η έως εδώ επέκταση του εξαντλητικού αυτού έργου. Επιπλέον, η ίδια πλευρά προστατευόταν στην αρχαιότητα από τη θάλασσα, η οποία έχει πλέον αποσυρθεί παραχωρώντας τη θέση της στην ελώδη λιμνοθάλασσα του Κοτυχίου.
Η μακρά τειχισμένη βορειοανατολική πλευρά έχει μήκος περίπου 190μ. και σχηματίζει κυματοειδή εσοχή κατά το μέσον, ακολουθώντας το φρύδι του πλατώματος. Διατηρείται σε άριστη κατάσταση, με το πάχος να κυμαίνεται από 4,90μ. έως 5,20μ., ενώ το σωζόμενο ύψος δεν είναι πουθενά μικρότερο από 8μ., φτάνει δε σε μερικά σημεία και τα 10μ. Η πρόσβαση από την πλευρά αυτή ήταν δυνατή μέσω της λεγόμενης μεσαίας πύλης, η οποία φράχθηκε κατά τους ιστορικούς χρόνους. Η κεντρική πύλη βρισκόταν πλησίον της αποστρογγυλευμένης ανατολικής γωνίας, στην οποία προστέθηκε και προεξέχων πύργος σε σχήμα Γ. Η πλευρά αυτή έχει μήκος 51μ. και μεγαλύτερο πάχος, που φθάνει τα 5,80μ. Στο εσωτερικό της κεντρικής πύλης υπήρχαν βωμοί προς τιμήν θεοτήτων, οι οποίες πρέπει να σχετίζονταν με την ασφάλεια του οχυρού, συνήθεια γνωστή και από άλλα οχυρά. Η λατρεία αυτή κατάγεται με βεβαιότητα από τα γεωμετρικά και αρχαϊκά χρόνια και συνεχίστηκε σε όλη την αρχαιότητα, αλλά φαίνεται πιθανότατη η εγκαθίδρυσή της ήδη από την κατασκευή του τείχους. Το οχυρό διέθετε μία ακόμα πύλη κατά το μέσον της βορειοδυτικής στενής πλευράς, η οποία καταστράφηκε ολοσχερώς όταν το οχυρό χρησιμοποιήθηκε για τις αμυντικές ανάγκες των ιταλικών στρατευμάτων κατοχής.
Στη μυκηναϊκή περίοδο ανήκουν ορθογώνιας κάτοψης οικήματα, ορισμένα από τα οποία εφάπτονται στην εσωτερική πλευρά του τείχους, όντας μεταγενέστερα της ανέγερσής του. Σημαντική τομή αποτέλεσε η καταστροφή από φωτιά στις αρχές του 12ου αι. π.Χ., η οποία είναι σύγχρονη με τη γενικότερη καταστροφή των μυκηναϊκών κέντρων. Αυτό που διαφοροποιεί το Τείχος των Δυμαίων από τις άλλες παρόμοιες κυκλώπεια οχυρωμένες θέσεις είναι, ότι η κατοίκηση συνεχίστηκε επάνω από τα ερείπια της καταστροφής και μάλιστα φαίνεται πως η ακμή ακολούθησε τη συμφορά της φωτιάς. Μία δεύτερη καταστροφή από φωτιά έλαβε χώρα λίγο πριν από τα μέσα του 11ου αι. π.Χ., αλλά η κατοίκηση συνεχίστηκε αδιάκοπα για ακόμη λίγο, έως την Υπομηκηναϊκή περίοδο.


Η χρήση της ακρόπολης συνεχίστηκε σε όλη την ιστορική περίοδο και έως τα μεσαιωνικά χρόνια. Τότε έγιναν περιορισμένες επιδιορθώσεις και επεμβάσεις στα τείχη, με σημαντικότερη την προσθήκη ενός μεσαιωνικού πύργου κοντά στην κεντρική πύλη. Στο εσωτερικό διατηρούνται τα επάλληλα θεμέλια κτηρίων από τη μακραίωνη αυτή χρήση του χώρου.  
Η επιλογή της θέσης ήδη από τα προϊστορικά χρόνια και η μακραίωνη παρουσία του ανθρώπου στο λόφο δεν ήταν καθόλου τυχαία, διότι η περιοχή είχε σημαίνουσα στρατηγική αξία στην είσοδο του Πατραϊκού Κόλπου και στον έλεγχο των θαλάσσιων διαδρομών του Ιονίου. Στη μυκηναϊκή περίοδο φαίνεται ότι προοριζόταν ως χώρος αποθήκευσης προϊόντων και ασφαλούς καταφυγής του πληθυσμού της ευρύτερης πεδινής περιοχής. Κυρίως, όμως, αποτελούσε το ναύσταθμο των μυκηναίων και μία εξαιρετικά στρατηγική θέση για τον έλεγχο της διακίνησης και του εμπορίου στο κεντρικό Ιόνιο ενώ είχε επίσης πρωτεύοντα ρόλο στην από θαλάσσης ασφάλεια των αχαϊκών παραλίων του Πατραϊκού Κόλπου. Σε αυτή τη θέση φαίνεται πως στηρίχθηκε το θαλάσσιο μυκηναϊκό εμπόριο της Αχαΐας, άμεσο και έμμεσο, με την Ανατολική και κεντρική Μεσόγειο. Η υπόθεση ότι εδώ βρισκόταν η έδρα του μυκηναίου άνακτα της δυτικής Αχαΐας, δεν έχει επιβεβαιωθεί ανασκαφικά.
Το Τείχος των Δυμαίων αποτελεί οργανωμένο και επισκέψιμο αρχαιολογικό χώρο, που λειτουργεί υπό τη διεύθυνση της Εφορείας Αρχαιοτήτων Αχαΐας.


Βιβλιογραφία

Μ. Γκαζής, Η προϊστορική ακρόπολη του Τείχους Δυμαίων. Σε αναζήτηση ταυτότητας, στο Ν. Μερούσης – Ε. Στεφανή – Μ. Νικολαΐδου (επιμ.), Ίρις. Μελέτες στη μνήμη της καθηγήτριας Αγγελικής Πιλάλη-Παπαστερίου από τους μαθητές της στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2010, 237–255.
Λ. Κολώνας, Τείχος Δυμαίων, Αθήνα 2008.
Λ. Κολώνας, Τείχος Δυμαίων, στο Α.Γ. Βλαχόπουλος (επιμ.), Αρχαιολογία. Πελοπόννησος, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 2012, 356-359.
Ι. Μόσχος, Οι Μυκηναίοι στην Αχαΐα, Εταιρία Μελετών Μυκηναϊκής Αχαΐας, Φαίδιμος 1, Πάτρα 2007.
Ι. Μόσχος, Αχαΐα. Ιστορικό και αρχαιολογικό περίγραμμα. Προϊστορικοί χρόνοι, στο Α.Γ. Βλαχόπουλος (επιμ.), Αρχαιολογία. Πελοπόννησος, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 2012, 300–307.